Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Να' χαμαν και να' μασταν, λέει...


Οι Έλληνες έχουμε ένα βασικότατο χαρακτηριστικό: 
είμαστε ο λαός που θα ήθελε να είναι κάτι άλλο, κάπου αλλού, κάποιος άλλος , με άλλη παρέα.

Είμαστε στην πλατεία της γειτονιάς και πίνουμε το καφεδάκι μας: «Νάμασταν τώρα Βάρκιζα..»
Πάμε στην Βάρκιζα: «Νάμασταν τώρα στο νησί...»
Πάμε στο νησί: «Νάμασταν τώρα Κουφονήσια, έχεις πάει Κουφονήσια;» 
Πάμε Κουφονήσια: «Κάτι φιλαράκια πήγανε Μαλδίβες, μιλάμε εξωτικά τελείως, άλλο πράμα...»
Πάμε Μαλδίβες με διακοποδάνειο και γυρνάμε. 
Μετά από ένα χρόνο: «Τί να μας πούνε κι’ οι  Μαλδίβες... Κάτουρο η θάλασσα και κάτι τσούχτρες ναααα... Και ούτε ένα φραπεδάκι, ρε κολλητέ σε ολόκληρο νησί !»

Πάμε για φαγητό στο ταβερνάκι: «Να σε πάω ‘γω να φας κοψίδι σ’ ένα ταβερνάκι στα Άνω Πετράλωνα...»
Πάμε στα Άνω Πετράλωνα: «Έχεις πάει λίμνη Πλαστήρα πούχει ένα μαγαζί και κάνει φοβερό παστό;»

Αγοράζουμε αυτοκίνητο: «Είδες το καινούργιο AUDI
Παίρνουμε επιτέλους το AUDI: «Έβγαλε η NISSAN ένα καινούργιο SUV, άλλο πράμα...»

Σκιαζόμαστε στην παραλία κάτω απ΄τ’ αρμυρίκια: «Νάβαζαν και καμμιά δυό ομπρελλίτσες, τίποτα ξαπλώστρες να βολεύεται ο κόσμος, καλά θάτανε...»
Βάζουνε ξαπλώστρες και ομπρελλίτσες: «Έχεις πάει Άγια Θάλασσα; Ούτε ξαπλώστρες και σαχλαμάρες, ούτε ομπρέλλες... Αγνά, απλά πράγματα...»

Δουλεύουμε στη ΔΕΗ: «έχω ένα ξαδερφάκι στον ΟΤΕ και περνάνε φίνα...» 
Το ξαδερφάκι στον ΟΤΕ, βέβαια, θαυμάζει το ξαδερφάκι στη ΔΕΗ...

Δουλεύουμε σε ιδιωτική εταιρεία: «Έλα ρε! Σού κάνει ο καθένας τον καμπόσο με τα λεφτά που τα βρήκε έτοιμα απ΄τον μπαμπά ! Νάχεις μια δική σου δουλειά νάσαι κύριος, λέω’γω !»
Ανοίγουμε δικό μας μαγαζί: «Χέστα... Σκέτη σκλαβιά... Ενώ άμα είσαι σε εταιρεία, είσαι κύριος!  Έχεις τις διακοπές σου, τις αργίες σου, τα Σαββατοκύριακά σου...»

Κάνουμε περατζάδα στην παραλία του λιμανιού: «Χάθηκε ο κόσμος ένα δεντράκι, ένας φοίνικας, να μοιάσει λιγουλάκι με Μαϊάμι...»

Χτίζουμε σπίτι στην Τήνο : «Να μου το κάνεις σαν εκείνο που είδα στην Μύκονο...»

Συζητάμε έλληνες με έλληνες: «Έλα ρε man, που χάθηκες; Κλείσε θα σε πάρω πίσω (!!! απ’ ευθείας εξωφρενική μετάφραση του call you back, με ενδιαφέρουσες πάντως προεκτάσεις...) Είμαι  dead πλέον, cant stand it δηλαδή...  Anyway, θα κάνω ότι μπορώ με κάτι άκρες που έχω και god help us γιατί ο άνθρωπος είναι τελείως average από μυαλό... Αλλά και ‘ συ μην κάθεσαι άπραγος, do something

Έρχονται μετανάστες: «Εγώ τους χαίρομαι με τις κελεμπίες τους τις πολύχρωμες και με τα σαρίκια τους, τί δηλαδή, να ντρέπονται; Έχουν το θάρρος να είναι αυτό που είναι!»
Βλέπουμε την παρέλαση των ομογενών στη Νέα Υόρκη: «Όχι, ρε αδερφέ, πάλι ρεζίλι μας κάνανε... Μα είναι τώρα εν έτει 2011 εμείς νάμαστε κολλημένοι στη φουστανέλλα... Ξεκόλλα ρε μεγάλε, άλλαξε επιτέλους!»

Κι’ ΄έτσι φτάσαμε να φτιάξουμε μια χώρα που σιγά-σιγά κάτι αρχίζει να θυμίζει μα δεν ξέρει τί...

Κάπου υπάρχει η Ελλάδα μου, μα δεν ξέρω πού...

Βάλε ‘συ τώρα και την Τήνο στην κουβέντα, να δούμε τί θα καταλάβεις...

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Πέντε κουκούτσια...

 Για κυττάξτε καλά και πείτε στον εαυτό σας τί ακριβώς βλέπετε...


Ένας θα πει πως βλέπει πέντε κουκούτσια.
Άλλος θα πει πως βλέπει απορρίματα.
Ένας τρίτος βλέπει καύσιμη ύλη.
Κάποιος θα πεί πως βλέπει ποτό φτιαγμένο από τα πικραμύγδαλα που βρίσκονται μέσα.
Και ένας τελευταίος μπορεί να πει πως βλέπει πέντε εν δυνάμει δέντρα...


Δίκιο έχουν όλοι, αλλά, κερδίζει εκείνος που βλέπει πιό μακρυά...
Και τελικά, δεν έχει σημασία τί είδαμε εμείς όλοι, αλλά, τί θα βλέπανε οι κυβερνήτες τού τόπου τούτου σε πέντε κουκούτσια. 

Γιατί, αλλοίμονό μας, βλέπουν ο,τιδήποτε άλλο εκτός από πέντε εν δυνάμει δέντρα...
Βλέπουν κάτι που τούς κρατάει το βλέμμα το πολύ για πέντε δευτερόλεπτα. 
Δεν υπάρχει παραπέρα σκέψη ή προβληματισμός.

Γι΄αυτό ακριβώς, αδυνατούν ή αδιαφορούν εκ των πραγμάτων να δουν ποιό ακριβώς τμήμα της κοινωνίας πλήττεται ανεπανόρθωτα. 
Αδυνατούν να μπουν στην θέση των παιδιών που τώρα, αυτήν εδώ την στιγμή, καλούνται να αποφασίσουν πώς θα πορευτούν στην ζωή τους.

Τί περιμένεις να αποφασίσει ένα δεκαπεντάχρονο κουκουτσάκι, 
ένας εν δυνάμει ενεργός πολίτης (για να περιγράψω εύκολα το ποθούμενο), 
όταν τού έχεις κλείσει την αυλαία όπου θάπαιζε τον ρόλο του, 
του έχεις κατεβάσει τα ρολλά στην εργασία που θα συμμετείχε, 
του έχεις σβήσει την προοπτική από τον πίνακα που καλείται να ερμηνέψει, 
όταν τον έχεις βρίσει, λερώσει και κατασυκοφαντήσει πριν ακόμη προλάβει να φταίξει ;

Μας κυβερνάει ένα άεργο, κακομαθημένο κράτος, 
που ξυπνάει κάθε πρωί και λέει,  
"φέρε λεφτά γι΄αυτό, φέρε λεφτά για τ΄άλλο, δώσε, θέλω κι΄άλλα" 
και τα σκορπάει χωρίς να νιώθει τίποτε από τον κόπο που χρειάστηκε για να μαζευτούν.

Και όποτε του καπνίσει, μας ζητάει να επαληθεύσουμε ότι, όντως, το θέλουμε στο σπίτι μας, να χαλάει τα λεφτά μας, να μας προσβάλλει με τους τρόπους του, να μας θίγει με τις συμπεριφορές του.

Το θέμα είναι πως πάντα θα ζούμε στο ίδιο σπίτι με αυτούς...
Δεν λέω να τους πούμε να πιάσουν δουλειά και να βάλουν ένα χεράκι να βγούμε απ΄τα δύσκολα, 
όχι, αυτό προϋποθέτει στοιχειώδη ποσότητα αξιοπρέπειας που δεν υπάρχει.
..........................................................................................
Κι΄αν τους ζητάγαμε να μετακομίσουν στο υπόγειο..;

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

ΕΠΤΑ ΟΚΑΔΕΣ ΣΥΚΩΝ...


Για να μην ξεχνάμε, πως το κράτος ήταν πάντα εκεί,
για να φορολογήσει ακόμη και έξι οκάδες εληές ή και "επτά οκάδας σύκων"...

Και είναι σίγουρο πως το κράτος, "το υποκάμισον του έθνους" κατά τον δολοφονηθέντα Δραγούμη, έχει ανάγκη τις προσόδους για να μπορεί να υφίσταται.

Ο σκοπός όμως αυτής της υπόστασης δεν είναι άλλος από το να υπηρετεί τα συμφέροντα των πολιτών του.

Πόσο εύκολα μπορώ να φανταστώ τους αγρότες που κατέβαλλαν τους παρακάτω φόρους να σέρνονται στην συνέχεια σε γραφεία προυχόντων, γραμματέων, βουλευτών και επιτρόπων για μια μικρή χάρη...


Πόσο εύκολα μπορώ να τους φανταστώ όρθιους στην γωνιά του γραφείου, μαζεμένους, με το καπέλο στο χέρι, το ντρίλινο φθαρμένο σακκάκι, να περιμένουν ώρες τον ισχυρό να τους δεχτεί, μόνο και μόνο για να τους απευθύνει τον λόγο σε απαξιωτικό ενικό και να τους τρομοκρατήσει με το αυστηρό βλέμμα πάνω από τα κατεβασμένα ματογυάλια.


Η εξουσία και η επί της ουσίας απουσία της, έλαμψε και λάμπει στον τόπο αυτόν, παραδοσιακά, οικογενειοκρατικά.
Πώς περιμέναμε κάτι άλλο σήμερα...






Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

Ελλάδα, συγγνώμη...


Θυμάστε πώς έλεγε εκείνο το τραγούδι... 

«Ελλάδα, συγγνώμη, 
αν θες ν' αλλάξω γνώμη 
πρέπει και συ να μάθεις ν' αγαπάς, 
πάψε να με παιδεύεις 
και να με κοροϊδεύεις, 
και τα όνειρά μου Ελλάδα μη σκορπάς»

Αν και το τραγούδι έχει στίχο που βγάζει με επιτυχία την απόγνωση και την πίκρα μιας ολόκληρης γενιάς, εν τούτοις, εκφράζει, σαν παράπλευρο αποτέλεσμα, στον μέγιστο δυνατό βαθμό την παρανόηση και την σύγχυση που κουβαλάμε μέσα μας σχετικά με βασικές έννοιες, που περιγράφουν αυτό που λέμε Ελλάδα.
Πόσοι είναι εκείνοι που είναι σε θέση να εντοπίσουν τις διαφορές μεταξύ των εννοιών, ΚΡΑΤΟΣ, ΈΘΝΟΣ, ΧΩΡΑ, ΠΑΤΡΙΔΑ και να μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν κατάλληλα τις ούτως ή άλλως φορτισμένες αυτές έννοιες...

Χρωστάμε πολλά στην πατριδοκαπηλεία της χούντας, αλλά και στα διαρκή λάθη της αριστεράς, που βρίσκεται πάντα σε αμηχανία απέναντι σε τέτοιες έννοιες και μονίμως αυτολογοκρινόμενη, για το κενό συνείδησης που υπάρχει μέσα μας γύρω από το θέμα αυτό.

Έτσι, φτάνουμε να κατηγορούμε την πατρίδα για σφάλματα και χειρισμούς τού κράτους, χωρίς να έχουμε καταλάβει πως το κράτος είναι ο χειριστής των υποθέσεων τού έθνους, το οποίο, σαν έννοια, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και την πατρίδα, όχι όμως μόνον αυτήν.

Η οργή, λοιπόν, που πηγάζει από τους χειρισμούς των διοικούντων και των διαχειριστών των θεμάτων που αφορούν το έθνος, αποδίδεται εσφαλμένα προς την πατρίδα. 
Ο «κωλότοπος» δεν είναι ο φταίχτης αφού δεν προσωποποιείται, και πέραν της ιστορικής υπόστασής του δεν διαθέτει βουλητικό, άρα, δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο χλεύης ή εκτόνωσης της οργής μας. 
Είναι όμως, κάτι που το θεωρούμε ξένο προς εμάς εφ΄όσον ούτε εμείς εκφραζόμαστε μέσα από αυτό, αλλά, ούτε και αυτό μας εκφράζει, και έτσι, το εκδικούμαστε σε κάθε ευκαιρία. Ας θυμηθούμε πως, δημοκρατία δεν είναι το δικαίωμα να εκλέγεις εκπροσώπους, αλλά, το δικαίωμα να ψηφίζεις, να λες την γνώμη σου.

Η όλο και αυξανόμενη παραβατικότητα των κατοικούντων την Ελλάδα, με προεξάρχοντες και πρώτους διδάξαντες τους έλληνες, από την πιό σύνθετη παράβαση νόμων, μέχρι απλές καθημερινές αντικοινωνικές συμπεριφορές (παραβίαση σηματοδοτών, κίνηση σε αντίθετο ρεύμα, ρύπανση των δημοσίων χώρων, αγνόηση απαγορεύσεων κ.λπ.) δεν έχει σαν στόχο τον συμπολίτη, αλλά, το κράτος. 

Ο έλληνας που περνάει με κόκκινο δεν το κάνει για να θίξει τον πεζό, αυτό είναι παράπλευρο αποτέλεσμα. Το κάνει γιατί το θεωρεί σαν μια μορφή προσωπικής αντίστασης στο μονίμως εχθρικό κράτος, που θέτει τον εκάστοτε κανόνα. 
Είναι μια μορφή εσφαλμένης αντίδρασης προς το κράτος, που είναι συνήθως απόν όταν πρέπει να μας συνδράμει ή τουλάχιστον, να μας λαμβάνει υπ΄όψιν του.

Δεν είναι ξεκάθαρο μέσα στο μυαλό μας (και εδώ φταίει η πελατειακή σχέση πολίτη-κράτους) ότι, το έθνος, η πόλη, η πατρίδα, είμαστε εμείς. 
«Άνδρες γαρ πόλις» γράφει ο Αριστοτέλης και θεωρεί πως ακόμη και αν η πόλη καταστραφεί, αρκούν οι πολίτες για να την ξαναδημιουργήσουν, ακόμη και κάπου αλλού. Αυτό προϋποθέτει μια βαθειά συνείδηση συνέχειας και ιστορικότητας, η οποία όμως, σε ευτυχείς περιόδους ειρήνης, δυστυχώς, ατονεί.

Λύσεις δεν υπάρχουν. 
Η γενιά που βγαίνει στον εργασιακό στίβο τώρα είναι τόσο τρομαγμένη και πρώιμα κουρασμένη, που απλώς θα αναγκαστεί να σκύψει κάτω από τα όρια τής αξιοπρέπειας για να επιβιώσει.

Η αγωνία δεν κεφαλαιοποιείται σαν ψήφος και αυτό είναι γνωστό στο κράτος. 
Αύριο, που θα αλλάξουν οι χειριστές, το κράτος θα παραμένει απρόσωπο και ανάλγητο για άλλη μια φορά απέναντι στους πολίτες. Αυτό όμως, δεν θα μπορέσει να συνεχίσει να γίνεται επ΄άπειρον.
Ήδη ο κύκλος έκλεισε, η μεταπολίτευση εξαργυρώθηκε, οι πολιτικοί τελείωσαν, ο πήχυς των ουσιαστικών απαιτήσεών μας κατέβηκε στα εντελώς βασικά και ψάχνουμε να βρούμε το επόμενο σημείο στήριξής μας για να γίνει σημείο αναφοράς ενός ολόκληρου νέου λαού.