Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Στου Μπερνίτσα το ζαχαροπλαστείο...


«....Λέει ο Θωμάς, ν ανέβεις στην Αθήνα, όλο και κάποια δουλειά θάβρεις. Δέκα ώρες Τήνο-Αθήνα έκανε το καράβι τότε. Κατάστρωμα, βροχή, δεν άντεχα την κλεισούρα του αμπαριού, μαθημένος απ΄το έξω. Φτάνω στον Πειραιά, κόσμος κακό , φασαρία, σάστισα, μούρθε να ξαναμπώ στο καράβι τα μπρος πίσω για το νησί. Με τα πολλά κατέβηκα, πάτησα πόδι στην προκυμαία, βρήκα ένα κάρρο με πήγε ως το σαπουνάδικο που ήταν στην Πειραιώς, από ΄κει τόκοψα με τα πόδια, έφτασα στου Φρατζέσκου τον καφενέ στην Κουμουνδούρου. 

Τι χαμπέρια μου λέει, δουλειά του λέω δεν έχω και δεν θέλω να φύγω για πέρα, γιατί τότε όλοι φεύγαν για την Πόλη ή για τη  Σμύρνη να πα΄ να δουλέψουνε σε σπίτια μαγέροι και καμαριέρες. Δεν άντεχα να φύγω, έβλεπα διαβατήριο και μ΄έπιανε τρέμουλο, να θέλω σφραγίδα για ναρθω πίσω, ν΄ακούω βιολί νησώτικο και να τρέχουν ποτάμι τα μάτια μου, δεν ήθελα. 
Είπα πάω στην Αθήνα κι΄ας κάμω ό,τι βρω, θα σούρνομαι, μα στα ξένα δεν πάω.

Ο Φρατζέσκος είχε γνωριμίες, μου λέει άσε τον μπόγο κει στη γωνία, με στέλνει σ΄ένα μαγαζί που ήθελε λέει κόσμο για μια δουλειά που δεν είχε ξαναγίνει στην Αθήνα. Λέω μέσα μου, τί δουλειά είναι τούτη δω, μην είναι τίποτε βρωμιά στη μέση, πάω που λές γωνία Πανεπιστημίου και Πατησίων, κυττάω καλά, τί να δω΄, ένα ζαχαροπλαστείο, «Π. Μπερνίτσας» είχε την ταμπέλλα, κόσμος, μιλιούνια, μηρμυγκιές, να λες πού πάνε όλοι αυτοί , πού χωράνε κει μέσα.

Να μοσχοβολάει ο τόπος βούτυρα και κρέμα. Εγώ ήμουν με τα ρούχα απ΄το ταξίδι, ντράπηκα, λέω θα με δει έτσι θα με στείλει από κει πούρθα, τί να κάμω τώρα, λέω, μπες μέσα Λορέντζο κι΄ότι γίνει.

Με πήρε ένας αψηλός με ποδιά ως τον αστράγαλο, με πήγε παραμέσα, μέχρι να φτάσω στο γραφείο είχα πεθάνει στη λιγούρα, μ΄ένα καφέ κι΄ένα παξιμαδάκι ήμουνα απ΄το ταξίδι, είχα ντραπεί να πω πεινάω. Ταψιά μπακλαβάδες, πάστες, εκμέκ, μιλφέιγ, φρουί γλασέ, δεν τάξερα, μετά τάμαθα και τάλεγα, τότε μου φαινότανε σα να βλέπω όνειρο πως πέθανα και πήγα σε παράδεισο. 
Χτυπάω, ακούω εμπρός, μπαίνω, βλέπω έναν λίγο γεμάτο, αυστηρό, με φαλάκρα, γυαλιά και ψιλό μουστακάκι να παλεύει με κάτι χαρτιά. Είσαι ο ξάδερφος τού Φρατζέσκου με ρωτάει, σάστισα, με είχε πει για ξάδερφο, ναι , μουρμουράω, κάτσε μου λέει. Τί ξέρεις να κάνεις, ξέρεις να χτυπάς την κρέμα να κάμεις σαντιγύ, ξέρεις να σοροπιάζεις γαλαχτομπούρεκο, ξέρεις να ψήνεις τα φύλλα του μιλφέιγ, ξέρεις να κάμεις τυλιχτά κεράσματα, όλο όχι έλεγα, δεν ήξερα άλλο από να χτίζω μάντρες και να φυτεύω πατάτα και όσπρια. Δε πειράζει μου λέει, θα μάθεις.

Και άρχισα την άλλη μέρα να πασαλείβομαι και να λερώνω. Μα έμαθα γρήγορα. Έπιασα κι΄ένα δωματιάκι πάνω από κάτι γραφεία στην Μπενιζέλου Παλαιολόγου, πλήρωνα με τη βδομάδα, σου λέγαν τότε, πλέρωνε τώρα και κάτσε να δούμε, θάχεις κι΄αύριο δουλειά; Φτωχός ο κόσμος, φοβόταν όλοι τί θα γίνει την επαύριο, ζούσαν ακόμη στο φόβο του ’97 που παραλίγο να μας ξεσύρουν οι Τούρκοι πίσω από τη Λάρισα, κάτω, Λαμία και βγάλε.

Έβγαινε το μεροκαματάκι και παράπονο δεν είχα. Είχα βάρδιες γιατί το μαγαζί δεν έκλεινε ποτέ ήταν όλο το εικοσιτετράωρο ανοικτό, ίσαμε τρακόσια άτομα δουλεύαμε κει μέσα. Μετά, άμα τελείωνα πήγαινα και στου Φρατζέσκου, έπαιρνα το καφεδάκι μου, άκουγα και τα πολιτικά, έκανα και τον πολύξερο από κεινα πούχα ακούσει να συζητάνε οι πελάτες στο ζαχαροπλαστείο, ερχόταν όλος ο καλός ο κόσμος, δημαρχαίοι, σύμβουλοι, της δημογεροντίας, άκουγες, μάθαινες. 

Να σκεφτείς, ο Μπερνίτσας είχε για τις συνταγές τον κυρ-Νίκο τον Τσελεμεντέ και τον Παπαστεφάνου που ήταν αρχιμάγειρας τότε στ΄ανάκτορα. Ναι , βέβαια! Ερχόταν και τούλεγε ήμουνα στο Παρίσι και κει τρώνε αυτό για μόδα, στάσου να στο φτιάξω. Μετά πήγαινε στη Βιέννη και στη Ζυρίχη, έφερνε άλλες ιδέες, νάσου να γεμίζουν με φρέσκιες πάστες οι βιτρίνες, έρχονταν οι κυράδες, τους τρέχαν τα σάλια, και τότε δεν ήταν κοκκάλες σα τώρα, τότε λέγανε τα πάχη μου τα κάλλη μου, και δώστου οι πάστες και τα εκμέκ. Και το γάλα, παχύ-παχύ, πού τα νερά που πίνετε τώρα, τόφερνε απ΄το δικό του το βουστάσιο, που ήταν στην οδό Ηπείρου και μετά που άρχισε να χτίζεται η περιοχή και να μην τονε χωράει ο τόπος το πήρε από κει και το πήγε κάτου, στην Ιερά Οδό.

Με τον καιρό βολεύτηκα, έστελνα και στη μάνα μου να βάνει στην μπάντα, να παντρέψουμε τη Μαριέττα μας.

Μια μέρα που λες, είχα βάρδια έξι το πρωί με τέσσερις τ΄απόγευμα, ΄κει που φτάνω στη δουλειά βλέπω τον Μπερνίτσα έξω απ΄το μαγαζί, ερχόταν πάντα πριν χαράξει, τον βλέπω που λες ανάστατο, τρέχα Λορέντζο, λέει, μη βγάλεις τα ρούχα μην αλλάξεις, μόν΄ανέβα στο ποδήλατο και πήγαινε τούτα τα πακέτα σ΄αυτή τη διεύθυνση.

Ανέβηκα στο ποδήλατο, έτρεμε η ψυχή μου μη τα πετάξω κάτω, φτάνω, κυττάω, ήταν τού Μπενάκη, κατεβαίνει ένας με μαύρα μου λέει απ΄του κυρίου Μπερνίτσα είσαι. Λέω ναι, νάσαι καλά μου λέει παλλικάρι μου, ήμουν και νέος τότε, μη κυττάς πως μάζεψα τώρα, νάσαι καλά, μας έσωσες, και μου βάνει στο χέρι πέντε δραχμές, ποσό για την εποχή!

Χαρά εγώ, απ΄τη σαστισμάρα δεν πρόλαβα ούτε ευχαριστώ να πω. Μετά έμαθα πως είχαν κόσμο, κάποιον πρέσβη που τα σιροπιαστά δεν ταβαζε στο στόμα του και θέλαν γλυκό ευρωπαϊκό καλά και σώνει, ειδάλλως θάμενε η δουλειά ακάμωτη και τσάμπα ο κόπος.
Ο Μπερνίτσας πιά είχε να το λέει, μ΄έπιασε απ΄τους ώμους και με ευχαρίστησε με χειραψία μπροστά σε όλους.

Δεν περνάνε τρεις μέρες, νάσου τρία ποδήλατα έξω απ΄το μαγαζί. Μας μαζεύει ο κύριος Παναγιώτης και μας κάνει τη μεγάλη ανακοίνωση: θα πηγαίνουμε στα σπίτια φρέσκο γάλα και κρέμα, θα κάνουμε διανομή και γλυκά και ό,τι ζητάνε. 

Έβαλε και στις εφημερίδες αγγελία, έβγαιναν τότε ο ΑΓΩΝ, η ΕΣΤΙΑ, ο ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ και οι ΝΕΟΙ ΚΑΙΡΟΙ, και έλεγε η αγγελία, το ζαχαροπλαστείο Παναγιώτη Μπερνίτσα ενημερώνει την εκλεκτή πελατεία του ότι από σήμερα και τα λοιπά και τα λοιπά. Έγραψε και το τηλέφωνο, είχε το 393, αυτός και ο Θανόπουλος στα Χαυτεία ήταν οι πρώτοι που βάλαν τηλέφωνο. Από την άλλη μέρα άρχισε το ταβατούρι. Ντριν το τηλέφωνο, φεύγα Λορέντζο για τής κυρίας Σταματιάδη, φεύγα Σωτήρη για το τάδε προξενείο, τρέχαμε, μέχρι που σχολνάγαμε είχαμε κάνει την Αθήνα πέντε φορές. 

Αλλά, δεν είχε κανείς παράπονο, όλοι βγάζαμε και κάτι παραπάνω, μας ζηλεύανε οι άλλοι που είχαν μείνει στο εργαστήριο να τους τρώει η λάντζα και ο φούρνος, αλλά, τί να κάμεις έτσι είν΄η ζωή. Τυχερός στάθηκα παράπονο δεν έχω. Όλα γίνηκαν κατ΄ευκήν, παντρεύτηκε η Μαριέττα μας, και η μάνα είχε το χοίρο της κάθε χρόνο, δεν έλειπε τίποτε.

Μέχρι, που μεγάλωσε η δουλειά και αναγκάστηκε ο κυρ-Παναγιώτης να βάλει μόνιππα για να προλαβαίνει. Κάθε μόνιππο έκανε δουλειά για τρία ποδήλατα. Κι΄έτσι πάψαμε και γυρίσαμε και μεις μέσα, στα παληά λημέρια. Έβλεπες τα βλέμματα των άλλων να λένε, βρε καλώς τους και να χαίρονται που μας κατάπιε πάλι το εργαστήριο και μας. Δε πειράζει, πάλι καλά είμασταν, πάλι έτσ΄ειν΄η ζωή, είπα. Έφευγαν και μαστοράκια κι΄άνοιγαν δικά τους μαγαζιά, πάντα είχε ανάγκη από χέρια το μαγαζί, δε μας έλειψε δουλειά ποτέ.

Μας αφήκε και τα ποδήλατα δώρο κι΄από ΄κει άμα ήρθα στο νησί, το κουβάλησα να τόχω να θυμούμαι. Μετά έγινε ο πόλεμος, οι δύο βαλκανικοί και η καταστροφή στη Μικρασία, τ΄άφησα και σκούριασε, το πετάξαμε στο πίσω λαγκάδι, κάθε φορά που πέρναγα έψαχα να το βρω με τα μάτια, μα είχε πιά σκεπαστεί απ΄τα χόρτα.

Ένα μόνο είχε ο κυρ-Παναγιώτης που δεν ήταν του χαρακτήρος του. Δεν ήθελε τους επαρχιώτες να πατάνε στο μαγαζί του. Άμα έβλεπε μπόγο πλάι σε τραπέζι κάτι τον έπιανε, μάλλον θυμόταν τα δικά του , τη φτώχεια και την αγωνία του και δεν άντεχε, κακός άνθρωπος δεν ήτανε, μόνο τούτο, δεν ήθελε επαρχιώτες να δίνουν τη συνάντηση στο μαγαζί του ».

(Το κείμενο είναι αναδημοσίευση από το podilates.gr)

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011


Χειρόγραφο παληό, φθαρμένο,
από το Μέγα Κάστρο μαζεμένο

a.d. 1543



TO TΡΑΠΕΖΙ ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ

Για ένα τραπέζι στην ταβέρνα
εχτές το βράδυ στήθηκε καυγάς.
Σε ποιόν ανήκε τέλος πάντων
το τραπέζι στην γωνιά σιμά στο παραθύρι…

Ο ένας είπε ‘πρώτος τόδα’
ο άλλος ‘ πρώτος ήρθα’
ο τρίτος ‘ πρώτος ήμουν.’
Ακούνητο εκείνο τους εκύτταε
-κυττάνε τα τραπέζια..;-
λερό τραπεζομάντηλο ντυμένο
π’ απάνω χέρι θυμωμένο
ο εκάστοτε ομιλητής εκτύπαε.


Χορόν αστείο τα ποτήρια, τα μαχαίρια, τα λοιπά
των παγεμένων τώρα δα εστιασθέντων
είχαν αρχίσει με ρυθμό
των διεκδικούντων το θυμό.
Κουδούναγαν σαν φόντο στις φωνές,
που, ποιόνα λόγον είχαν, λές..;
Τίνος θα ήταν τελικά το τραπεζάκι στην γωνιά…

Για ένα τραπέζι λέω, στην ταβέρνα
οπου στήθηκε καυγάς...

Βάλε κρασί κόκκινο, κέρνα,
να σου τελειώσω, να σου πω.
Θα τόχεις δει το καπηλειό
στον πάνω δρόμο της πέρα γειτονιάς.

Κάθεται ο ένας σαν πασάς
και παραγγέλνει μές την μέση του καβγά,
του ταβερνιάρη αγριεύει ό άλλος
και παρακεί γελάει ο πονηρός ειρωνικά,
που περιμένει τον δραγάτη
με το καμτσίκι του πελάτη και πελάτη
εξω να πετάξει , αφού στα δύο τους χωρίσει.
κι’ αυτός, λύκο θαρρώντας εαυτό του,
χαρά η αναμπουμπούλα , για καλό του,
να στρογγυλοκαθίσει.


Όπως καθόμαστε καλή ώρα εδώ πέρα
κι’ ο λύχναρος σπιθάκια μας πετά,
λάδι – νερό δεν κανει στο λυχνάρι,
ξερνάει και το φυτίλι το χαλνά-
έτσι λογάκια οι τριγύρω εσπιθήσαν
στην παύση μέσα του καβγά
και πριν προφτάσουν έτσι το κεφάλι τους να κάνουν
και ντροπιασμένοι τους τριγύρω τους να ιδούν
στρεφουν στον τρίτο
και με λόγια στον καβγά τους τον τραβούν.

Ο ένας με δυό πιο σκληρά
τα λόγια πρέπει νάχει,
για ό,τι κι΄αν τού λάχει
σαν το μαχαίρι ν΄ακονά..

Σα τώρα δα
πώς σου μιλώ και ‘σύ μ’ακούεις
και αντιρρήσεις σ’ ό,τι λέω
η περιέργεια δεν σ’ αφήνει ν’ αντικρούεις,
ετσι σαν όπλο την κουβέντα πρεπει να λογάς
και σαν σου τύχεται καβγάς
΄κει που πονά ο άλλος να πετάς.

Πέταξε ‘κείνος δυό κουβέντες
στους μόλις σύμμαχους φτιαγμένους:
«Σπίτι σου’ ειπε στον μικρό ‘να πάς’
κλίνη με νιά γυναίκα
με σκέρτσα και τερτίπια μόνο
δεν κρατάς».

«Τράβα στον γυιό σου,’ λέει στον άλλον
στο παραδίπλα καπηλειό,
κύρηγμα για τον οίνο να του κάνεις
και σαν αντίρρηση σου φέρει
τον σκούφο σου τον βγάνεις
και τ’ αλατιού τον κάνεις στο λεπτό.»

Μα ως πόσην ώρα σου μιλώ
στην αγορά θα πρόφταινα να πάω
να βρώ ένα άλλο καπηλειό
και το κρασί μου ήσυχα να πιώ.

Έτσι εγροίκησαν οι άλλοι στην ταβέρνα
κι’ απ’ το γλυκό το βαρελίσιο και το χύμα
προτίμησαν να φύγουν
μαζί κι’ από την αφορμή
μιάς και κοντά της πάει, κατά πως λένε,
και το κρίμα.

Σταμάτησες κρασί στην κούπα μου να χύνεις...
Δώσε, τι φεύγω στο λεπτό
και μ’ απορία κι’ αγωνία θε να μείνεις.

Πιάνει ο ένας μια μπουκάλα.
Ο άλλος βγάνει από το τζάκι την μασιά.
Μα ο φαρμακόγλωσσος
κάμα στα μούτρα τους τραβά.
Κανείς τους τώρα δε νογάει
μεζέ να δώσει στα σκυλιά
τα ιδικά του σωθικά.

Κι’ όλ’ αυτά;
Για το τραπέζι στην γωνιά…

Δεν είναι δα να κάτσεις σιμά στο παραθύρι
ιδιαίτερη ευτυχία…
Κρύο θα βάζει και βροχή
και το αγιάζι θα σκεπάζει του κρασιού την ευωδία.

Μα ποιος θυμόταν τώρα πιά
πώς ξεκινήσαν όλ’ αυτά…
Και όπως σούλεγα προτού,
αδεια τραπέζια να διαλέξεις
αφήκαν σα σκληρύνανε οι λέξεις
θαμώνες που τραβήξανε γι’ αλλού.

Μάτια ποιος είχε για να δει
πως δεν υπήρχε πλέον αφορμή…

Σε μάκρος πήγε και δεν κάνει,
εξ’ άλλου το κρασί δεν φτάνει.
Τέλος να δίνουμε ώρα είναι
και δίδαγμα να βγάλουμε απ’ αυτά.
Το τι κατάλαβες θα πεις,
θα πώ κι’ εγώ
και στο τραπέζι τούτο ‘ δω
αύριο κουτσοπίνουμε ξανά.

Στους ίδιους κρίκους και στο ίδιο το κελί,
για να φιλιώσουν ή να φαγωθούν μεσ’ το σκοτάδι
στου υπογείου την ησυχία την υγρή
πετάξανε,
παραδομένους στου «γιατί» το χάδι΄
που ξεθυμαίνει την οργή,
και ράκος τους ανθρώπους κάνει
σαν μια βλακεία έχει τους λερώσει την ψυχή.

Άμα θα βγουν σου λεώ τι γενήκαν,
αμα φιλιώσαν ή άμα φαγωθήκαν.
Μα ΄κείνο πού’ νιωσα
και θέλω να σου πώ
με λίγα λόγια
είν΄αυτό:

Του ταβερνιάρη το τραπέζι ήταν μόνο
και ‘ γω σου λέω πως με τον χρόνο
οταν αλλάξει αφεντικό το καπηλειό
ούτε και ‘ κείνου πλέον θα ανήκει.
Τα πράματά του, τα εργαλεία , τα λεφτά
χέρια θ’ αλλάξουνε κι’ αυτά.
και το τραπέζι,
οχι στα σκουπίδια,
-το ξύλο ζέστη μέσα κρύβει
κι’ ας είναι και φθαρμένο-
μα στου τζακιού τα’ αποκαϊδια
σε φλόγες θα’βρεις τυλιγμενο.
Και τότε, σαν το κούτσουρο
στο τζάκι του μαγέρικου θα δεις
γελώντας, σε καλό σου,
στους νοματαίους που τριγύρω θα κυττάνε
μες΄από γέλιου μεθυσμένου δάκρυα θα πεις…
Για τούτο ΄δω στην φυλακή κλειστήκαν τρεις...


Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Αφήγηση Νικολάου Ζαρμπάνη (μέρος 1ο)


Το παρακάτω κείμενο, όπως και οι συνέχειές του, προέρχεται από απομαγνητοφώνηση συνομιλίας με τον κύριο Νίκο Ζαρμπάνη, κάτοικο Κελλίων (Καλλονής) Τήνου. Είναι μέρος μιας ελάχιστης προσπάθειας να διασωθεί ό,τι είναι δυνατόν, τόσο από την ιστορία του τόπου, όσο και από το γλωσσικό ιδίωμα τής περιοχής, που θεωρώ σημαντικότερο απ΄οποιοδήποτε λεξικό. Θεωρώ ότι, η γλώσσα των Κάτω Μερών είναι πολύμορφη, πλούσια και ποιητική στην εκφορά της. Δυστυχώς, ο γραπτός λόγος δεν είναι σε θέση να αποδώσει την ροή της ομιλίας.
Να σ'πω τα μέρ΄που λεγόντι διαφορετ΄κά, γιά να σ΄πω το Πάσχα, που περνούσαμε με κρ΄θαρένια αλεύρια, αλωνεύγαμε, γυρνούσαμι τους μύλους ν΄αλέσουμε το κριθάρ΄για νάρθει η Παρασκιβγή να ζ΄μώσ΄η μάνα μας...
Τριγυρίζαμε απ΄τον ένα μύλο στον άλλο.
Είχε μύλο εδώ σ' Μύλ΄, είχιν πολλοί μύλ΄.
Ήταν τ΄ σχωρεμέν τ΄ Καραμελά, ο άλλος τ΄ σχωρεμέν τ΄ Μπινιντέ κι΄ ο άλλος τ΄ σχωρεμέν΄ τ΄ Μπάρμπα Ζαχαριά τ΄ Μάρκα..
Τ΄καραμελά κι΄απάνω σ΄ν Ασσούντα πόνε.
Ο άλλος ήταν τ΄ Μπαλαρή, άλλος ήταν πιό κάτω στ΄Ατζέμ΄, ο Μάρκος τ΄ Ατζέμ΄.
Ο άλλος ήταν ΄πέναντι στ΄ Πόντε, άλλος ήταν στ΄ Χουρλάκ΄, έν΄ που πάμε στ΄ν Κολυμπήθρα απ το πάνω μέρος που έν΄ ένας μύλος.
΄Υστερα ηταν νερόμυλος στ΄ν Περάστρα , ναι αμέ, έλεθε, όταν τον χειμώνα τέτοια εποχή είχε νερά είχειν δύο στ΄ν Περάστρα.
Ήταν, ποιός ήταν.... ήταν... ο Μπελώνης ο σ΄χωρεμένος κι΄ήταν κι ο Μπαλαής.
Τα τώρα πεθάναν, πεθάναν κι χαλαστήκαν ούλα...

Αυτοί που ήταν στον νερόμ΄λο ερχόνταν στα χωριά με τα γαιδουράκια κι φέρναν τ΄αλεσμένα και πέρναν το κριθάρ΄ για να τ΄αλέσουν στ΄ν Περάστρα κι΄από κει το πέρναμε και κρατούσαν αμέλια, δε θ΄μάμαι πόσο κρατούσαν..,δε θ΄μάμαι πόσο κρατούσαν, δυό κιλά, τρία κιλά, ήταν με σ΄ οκάδες τότε, ήταν γιά δγυό, γιά τρεις οκάδες.

Ύστερα ήταν η φάμπρικα.
Εδώ δίπλα στ΄ Μωυσή, που ΄ταν τ΄ σχωρεμέν΄ τ΄ μπάρμπα Γιαννουλάκ τ΄ Μάρκαρου, ήταν η φάμπρικα.
Ήταν ένα μεγάλο δοχείο κ΄ ίτριχιν το νερό μέσα και πήγινην μεσ΄τα μ΄χανήματα.
Κι΄δω αλεύρια πάλι κάνανε. Κοψό, για την πανούκλα τι κοψό κάν΄ ο καρπός, κάν΄ κοψό.
΄Εν΄ ενα κόκκινο κι σι τρώει όλο το σώμα σ΄.
Έιναι ένα μικρόβιο κόκκινο-κόκκινο, ψιλό κι΄ίσα-ίσα το βλέπ΄ το μάτι σου, κοκκινίζει κι το κάν΄ το κριθάρ΄.
Κι απλώνει κι πάει στο σώμα σ΄ κι σι τρώει να πα να τρελλαθείς, αμέ...
Πού να τα θυμάμι κι ούλα... 

Όταν βάν΄ς κριθάρ΄ μεσ΄ τ΄ άχερα, βάζαμε κριθάρ΄,  τα κρούβγαμι στ΄ άχερα γιατί τα κλέβγαν τότε.
Ιγώ έβαζα πάντα μεσ΄ τον αχεριώνα μου κριθάρ΄.
Έτυχε να βάλω τρία, τέσσερα τσουβάλια, για να μην τα κουβαλάω ΄δω, ήφερνα ΄κείνα πούθελα για ΄δω κι τ΄άλλα τα ΄βανα μέσα στ΄ άχερα, τά΄ βανα μεσ΄ τ΄ μεσ΄ κι ύστερα ξετρούπωνα ένα-ένα τσουβάλ΄ κι τούπιρνα κι τόφερνα, το κοσκινίζαμε, γιμώζαμ΄ εδώ τα μπαούλα, τα κουρούπια, ν΄αμέ, μί κριθάρ΄ ζούσαμι τότε , ' κεινα τα χρόνια όλο κριθάρ΄. Μ΄γαδερό αλεύρι λέγιτι. 

Μετά μαζέβγαμι σύκα, τώρα ποιός σ΄ορνεί σ΄ συκιές, ποιός έχει σύκα, κανένας...
Τότε μαζέβγαμε σύκα, κουρούπια για να ΄χουμε να τρώμε το χ΄μώνα. Βάζαμε όσπρια, φασόλια, απ΄όλα βάζαμε. ΄Ολο το χρόνο να τρώμε. Δεν υπήρχαν λεφτά. Πού ΄ταν τα λεφτά τότε, τότε ήταν οι πολέμ΄....

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

Το playstation που σκότωσε τον Βασιλιά...


Θυμάστε το παραμύθι «Τα Καινούργια Ρούχα του Αυτοκράτορα»; 
Όπου δύο επιτήδειοι εκμεταλλεύονται την μανία ενός άρχοντα για όμορφα ρούχα και τον αφήνουν ξεβράκωτο να παρελαύνει εμπρός στους υπηκόους του, χωρίς κανείς να παραδέχεται ή να τολμάει να αναφωνήσει την αλήθεια, ότι, δηλαδή, ο βασιλιάς είναι γυμνός, εκτός από ένα μικρό παιδί που βρίσκεται στην παρέλαση..; 
Οι υπόλοιποι είναι όλοι πεπεισμένοι πως, τα ανύπαρκτα στην πραγματικότητα, ρούχα δεν μπορεί να τα δεί όποιος δεν είναι έξυπνος... Και αφού όλοι θέλουν να λογίζονται με τους έξυπνους, δεν βγάζουν τσιμουδιά...

(Για όποιον θέλει να θυμηθεί το παραμύθι : http://www.paramithia.net/and3.html )

Σας θυμίζει κάτι..; Υπήρξε σ΄αυτήν την χώρα που έχουμε την τύχη να ζούμε, παρόμοια περίσταση ; Μάλλον, και κράτησε καμμιά εικοσιπενταριά χρόνια...

Θέλετε να πάμε τώρα και σε μια παραλλαγή του παραμυθιού;

Αυτήν την φορά, το παιδάκι είναι απασχολημένο να παίζει playstation κι΄έτσι δεν βρίσκεται κανείς να φωνάξει «Ο βασιλιάς είναι γυμνός !!!». 

Οι χαχόλοι γυρίζουν σπίτια τους, ευχαριστημένοι που προσμετρώνται στους έξυπνους, ο βασιλιάς, αν και συναχωμένος,  γυρίζει τρισευτυχισμένος στο παλάτι, βέβαιος ότι τους κορόιδεψε όλους και δεν τον πήραν χαμπάρι, ή και αν τον πήραν χαμπάρι, κάποιον λόγον έχουν που δεν το λένε, και όλοι κρύβονται απ΄τον εαυτό τους πρώτα και από τους άλλους μετά. 

Οι δύο απατεώνες παραμένουν στην υπηρεσία τού αυτοκράτορα και, αφού βρίσκουν πρόσφορο έδαφος, αποφασίζουν να το εκμεταλλευτούν. 
Προτείνουν, λοιπόν, στον αυτοκράτορα να τού υφάνουν εξ΄ίσου όμορφα παπλώματα και κουβέρτες για το βασιλικό κρεββάτι.

Και ο βασιλιάς πέφτει αναγκαστικά στην παγίδα... 
Χρυσοπληρώνει καλύμματα που όχι μόνον θα τον αφήσουν ξεσκέπαστο, αλλά και θα τον φέρουν στο χείλος του θανάτου με τα πρώτα κρύα...

Οι δυο απατεώνες σιγά-σιγά κλείνουν τον κλοιό γύρω από τον βασιλιά, που δεν μπορεί να αποφύγει πλέον το δυσάρεστο. 
Όσοι καταλαβαίνουν τους σκοπούς των δύο απατεώνων και πάνε να αποκαλύψουν το σκοτεινό σχέδιο, γίνονται με τρόπο συνεργάτες της πονηρής κλίκας και συμμετέχουν όπως μπορούν με αντάλλαγμα οφίκια και αξιώματα. 
Μετά από λίγο καιρό, όλοι επιθυμούν τον θάνατο του βασιλιά και κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να συντομευθεί.

Ο βασιλιάς πεθαίνει και ανεβαίνουν στην εξουσία οι δύο απατεώνες, διορίζοντας στις θέσεις που είχαν υποσχεθεί, όλους όσους τους είχαν βοηθήσει.

Όλα πάνε καλά και όλοι πλουτίζουν εις βάρος της έρημης χώρας.

Ως την μέρα, που οι δύο απατεώνες αποφασίζουν και διατάζουν ότι αυτοί θα διαλέγουν σε ποιόν θα ράβουν παπλώματα από ΄δω και στο εξής...

Αυτά, καλά μου παιδάκια ! 

Ξανακοιμηθείτε τώρα, γιατί όλο το παραπάνω, είναι η πραγματικότητα που ζούμε και όχι κάποιο παραμύθι ή όνειρο...

Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Για όλους εκείνους που έφυγαν...

Για όλους εκείνους που έφυγαν και δεν φαντάστηκαν ποτέ πως οι επόμενοι θα παραδώσουν με τόσην άνεση στα δόντια των εκσκαφέων τον κόπο τους, τον ξενητεμό και τον πόνο τους, ανεβάζω τις παρακάτω φωτογραφίες.

Πρόκειται για το διαβατήριο ενός Κελλιανού (ακόμη και το όνομα του χωριού σαρώθηκε στην συνέχεια...) που ξενιτεύτηκε με την γυναίκα του για να μπορέσει να ζήσει και να στείλει πίσω στο χωριό κάτι, να μπορέσει να σταθεί στα πόδια του τόσο η οικογένειά του, όσο και ο τόπος του.

Για λόγους διακριτικότητας έσβησα το επώνυμο, αλλά, άφησα τα πρόσωπα, γιατί φαίνονται μέσα τους ξεκάθαρα ο πόνος, η αγωνία, η κουρασμένη ελπίδα και όλα όσα τα δικά μας πρόσωπα, των καλοταϊσμένων και πολυχορτασμένων, δεν θα μπορέσουν να αντανακλάσουν ποτέ...

Η πρώτη στάση είναι στην Σμύρνη και ακολουθούν τα υπόλοιπα ταξίδια.


Όλοι οι άνθρωποι της γενιάς αυτής που γύρισαν, έφεραν μαζί τους όχι μόνον χρηματική και υλική περιουσία, μα και πολιτισμό, για τον οποίο εμείς οι υπόλοιποι δικαιούμαστε να είμαστε περήφανοι, αν και απολύτως αμήχανοι απέναντί τους.
Βλέπεις, τα SUV  δεν μπορούν να κρύψουν την έλλειψη αξιοπρέπειας, ούτε και να καλύψουν τα κενά προσωπικότητας που χάσκουν μέσα μας...
 "Εθεωρήθη δια την μετάβασίν του εις Ελλάδα. Εν Σμύρνη τη 12 Μαΐου 1928. Ο πρέσβης...."


Αυτωνών τα χωράφια, τις παραγκεριές, τα κατοικιά, τις γαίες, τις αγορασμένες με κόπο και πόνο μακρυά απ΄τον τόπο τους, ξεπουλάμε εμείς σήμερα για να χτιστούν νοικιάρικα της συμφοράς με θέα στην θάλασσα και με αδιαφορία για την ενδοχώρα, για να πληθαίνουν σαν αμάζευτες κουράδες τα REAL ESTATE και τα μεσιτικά γραφεία, που εκδικούνται τον τόπο για την φτώχεια και την ερήμωση που τού επεφύλαξαν οι πολιτικές των εξήντα τελευταίων χρόνων...
Την καλημέρα μου σε όλους όσους αγόρασαν σπίτι-φάντασμα με θέα στην θάλασσα για τριάντα μέρες τον χρόνο, ξεχνώντας τις υπόλοιπες τριακόσιες τριάντα πέντε σε ποιό ακριβώς νησί βρίσκεται το απόκτημά τους...






Πανοραμικές φωτογραφίες, Απρίλιος 2011

Μια πανοραμική από Της Κόρης Τον Πύργο...

 Άλλη μια από τα Κελλιά, με την αντάρα να έχει σκεπάσει την Αγία Υπακοή...
Και τέλος, μία από το λαγκάδι του Μαραγκού, στης Κόρης τον Πύργο....