Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Το άδειο σκαμνί...


Βρέθηκα στο υγρό κελί. 
Ήταν καθισμένος σ΄ένα σκαμνί, τυλιγμένος μ΄ένα βρώμικο, σκισμένο χιτώνα, σκυφτός, με τα χέρια δεμένα με σκοινί, ακουμπισμένα ανάμεσα στα πόδια.

Κρυώνεις, ρώτησα. 

Κάνει κρύο, είπε σιγά. 

Θα πεινάς και θα διψάς, είπα σιγανά.

Κούνησε το κεφάλι...

Δεν μπορώ να κάνω τίποτε για σένα, ούτε νερό να σου δώσω ούτε ψωμί, του είπα.

Δεν πειράζει, να με σκέφτεσαι κι΄είναι το ίδιο, είπε μαλακά, να με σκέφτεσαι εδώ μέσα που είμαι και θα είναι σαν νερό και σαν ψωμί για μένα. 

Έσκυψα κάτω.

Αύριο θα σε πάνε στον άλλο δικαστή, είπα και τον κύτταξα.

Ναι, έχει κι΄αυτός σειρά, απάντησε.

Άρχισε να τρέμει. 
Υγρασία και κρύο μπαίναν απ΄την καγκελόπορτα. 
Έξω ακούγονταν οι φωνές των στρατιωτών.

Ούτε γι αύριο μπορώ να κάνω τίποτε, είμαι πολύ μακρυά από ΄δω, δυό χιλιάδες χρόνια μακρυά, είπα.

Είσαι δίπλα μου, μα δεν πρέπει να κάνεις τίποτε, απάντησε κυττάζοντας κάτω. 
Αν θες να με σκέφτεσαι, και αυτή θάναι η συντροφιά μου. 

Δεν μπορώ να κρατήσω την σκέψη μου κοντά σου εύκολα, ακόμη κι΄όταν ξέρω το μαρτύριό σου, είπα.

Το ξέρω..., είπε.

Είναι σαν να κοιμάμαι στο ξύπνιο μου και μετά έρχεται η σκέψη σου και με πιάνει ντροπή, είπα.

Δες πέρα απ΄τη ντροπή, δες τον εαυτό σου, αυτό να προσπαθείς, είπε.

Περιμένεις το Σάββατο, ρώτησα.

Όχι, είπε.

Μα τότε τελειώνουν όλα... Ίσως θα βοηθούσε το να σκεφτόσουν την έγερση, είπα.

Πρέπει να είμαι εδώ...Να ζω κάθε στιγμή, αλλιώς, δεν έχει νόημα η έγερση, είπε.

Πώς είναι όταν σηκώνεσαι απ΄τους νεκρούς, ρώτησα.

Δεν είμαι εκεί...Είστε όλοι εσείς, αλλά εγώ δεν είμαι εκεί, είπε.

Δεν είσαι, ρώτησα.

Όχι.... Είμαι ήδη σε κάθε ανθάκι που σκάει, σε κάθε πρώτο βήμα παιδιού, σε κάθε χαμόγελο που μόλις αρχίζει να φωτίζει ένα πρόσωπο, στο χέρι που αγγίζει ένα μέτωπο με ανησυχία, είπε.

Και ΄μεις, ρώτησα.

Εσείς απλώς περιμένετε να περάσει η ώρα και να γυρίσετε στις συνήθειές σας, είπε.

Τί πρέπει να κάνω, ρώτησα.

Δεν ξέρω, αληθινά δεν ξέρω. Δεν ήμουν ποτέ ο δάσκαλος που φαντάστηκες, είπε.

Και τότε, ρώτησα.

Τότε, να με σκέφτεσαι εδώ που είμαι τώρα, αν θες, και τ΄άλλα έρχονται μόνα τους.

Το κελί σκοτείνιασε κι΄άλλο, οι φωνές έπαψαν, Αυτός δεν ήταν πιά δίπλα μου και το φώς του πρωινού μπήκε απ΄την τραβηγμένη κουρτίνα.

Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Παίξτε ΤΗΝΟΠΟΛΗ !!!

Σύντομα κοντά σας και με τις κάρτες τού παιχνιδιού,
για να μπορέσετε και ΄σεις να διαλύσετε την δική σας Τήνο !!!

Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Φασόλια και ταχίνι...

"Ανέβαινε το λοιπό, ο γέρο-γέρο-Μπινιντές, ο Τζώρτζης ο Μπινιντές, πάνω στο δώμα κι΄αρχίνιζεν:
Ακούσατε, ακούστε! Στην Κολυμπήθρα έν΄ καΐκ΄ αραγμένο και κάν΄ πατάτις!
Ή ξέρω ΄γω τί άλλο, ό.τι ήταν της εποχής."

"Και ακουγόταν απ΄το δώμα ως κάτω στο χωριό;"

"Ε, ακουγόταν...Μα ήταν ψηλά το σπίτ΄, στ΄απάνω χωριό, πάνω απ΄τον Άγιο Ζαχαρία, ήκαμιν κι΄αντίλαλο...Και μετά, ένας με τον άλλον το μαθαίναν."

"Κι΄άμα φύσαγε, πώς ακουγόταν..;"

"Ε, άμα φύσαγε, δεν ερχόταν καΐκ΄..!"

Ρούφηξε μιά γουλιά ρακί, δάγκωσε και ένα σύκο ξερό.
"Το καΐκ΄τότε έμενε μιά-δυό μέρες και προλαβαίναμε να κάνουμε ο καθένας ό,τι είχιν. Άλλος πατάτες,
άλλος λεμόνια. Τότες, τα λεμόνια ήταν με το καμμάτ΄. Μέτραγες, τρία, τέσσερα, πέντε, σαράντα, πενήντα κομμάτια και μετά έγινε με την οκά και μετά πάλι, έγινε με το κιλό. Παράξενο δεν έν΄αυτό..;"

"Και πώς γινόταν, πηγαίνατε στην Κολυμπήθρα και τί κάνατε..;"

"Εκεί που έν΄σήμερα τ΄ Βάγ΄ το κατοικιό, στην Κωμ΄τιανή τ΄ν άμμο, που έν΄και πιό σκεπά, ήταν η αποθήκη του μπάρμπα-Γιαννουλάκη. Εκεί πήγαιν΄ ο καθένας αυτά που είχε κι΄έπαιρνε πάλι απ΄αυτά που είχε φέρει το καΐκ΄."

"Τί έφερνε συνήθως..;"

"Ε, όσπρια, τις πιό πολλές φορές. Μα έφερναν και λάδ΄ και σπόρ΄ καμμιά φορά."

"Και τότε που έλεγες, τί ακριβώς έγινε;"

Βήχει, πίνει μια γουλιά ρακί.
"Μα πρι΄ στο πω, να ξέρ΄ς πως τότε είχε και πείνα και φτώχεια και τίποτις δεν είχαμι και όλο κάτι θάλειπε και άμα βρισκόταν καμμιά ευκαιρία, τρέχαμι...." χαμογελάει απολογητικά.

"Γιά λέγε..."

"Ήρθε το λοιπό, το καΐκ΄ κι΄ίφιριν φασόλια και ταχίνι. Τότε το ταχίνι το βάζαμε στο ψωμί και το τρώγαμε κι΄ ήταν χρειαζούμενο σα να λέμε, νάχεις να δίνεις κάτι στο παιδί να μην τρώει σκέτο παξιμάδ΄...
Ανεβαίν΄ που λες ο Μπινιντές, ο γέρο-γέρο-Μπινιντές, στο δώμα κι΄αρχίζει:

Έ, χωριανοί, ακούστε! Ήρθιν καΐκ΄στην Κολυμπήθρα κι΄ίφιριν φασόλια και ταχίν΄ !

Και νομίζαν όλοι, πως το καΐκ΄ είχε φέρει φασόλια και τα χύν΄ , πως τα πετάει στη θάλασσα, πως τα χύνει...!
΄ τα πολ΄ ώρα, νάσου να κατεβαίνουν όλοι με τα γαϊδούρια, περνάν΄απ΄τον Καρκάδο, πού πάτι μαρέ, ίρθιν καΐκ΄ στην Κολυμπήθρα, ίφιριν φασόλια και τα χύν΄...Ίντα λες μαρέ, τάσου νάρθω κι΄γω, τα ίδια και στο Κάτω Κλείσμα, να κατεβαίνουν οι ανθρώπ΄  να προλάβουν τα φασόλια που το καΐκ΄ τάχυνε....

Γελάς τώρα, μα τότες είχε πείνα, το καταλαβαίν΄ς..;
Όλα τούτα που΄ν΄σκαμμένα πα΄στα γκρεμνά και τώρα εν΄γεμάτα βλήστρες, τότε ήταν σπαρμένα. Κι΄ άμα είχε κανείς ένα κομματάκι γή, όσο μικρό και νάτανε, τόβαζε κάτι για νάχει να συμπληρώνει, μα ξερικό θες, μα ό,τι είχε...
Άλλη φορά θα σ΄ πώ για τις γελούδες, να δγείς τί έκαν΄ο κόσμος για να φυλάξει τον καρπό...
Μα άλλ΄ φορά, όχι τώρα..."