Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Τα Χριστούγεννα ήταν...

Τα Χριστούγεννα ήταν...

Ένα μεγάλο τεύχος μίκυ μάους που μούχε φέρει δώρο για τα Χριστούγεννα η γιαγιά μου η Κατερίνα, τυλιγμένο σε όμορφο χαρτί με κορδέλλα...
(ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΤΟ http://comicstrades.me/)
Το δέντρο μας με τα αραιά ασημένια κλαδιά του, με τα  γυάλινα στολίδια που σπάγανε εύκολα, με την μία σειρά φωτάκια που ανάβανε όποτε ήθελαν και ποτέ δεν έφταναν για όλο το δέντρο, με μιά χάρτινη φάτνη που ξεδίπλωναν οι φιγούρες από μέσα της...

Το στολίδι που κολλάγαμε με σελοτέϊπ έξω από την πόρτα και που στην πραγματικότητα, ήταν ένα στολίδι του δέντρου που η μάνα μου τούχε περάσει ένα ασημί φρουφρουδάκι...

Οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα που ποτέ δεν είχαν πετύχει και που ποτέ δεν το λέγαμε στη μαμά μου...

Οι δεκαπέντε μέρες διακοπών που δεν μπορώ να θυμηθώ πώς τις πέρναγα...

Το χριστόψωμο με το καρύδι στο κέντρο, που μύριζε γλυκάνισο και ήταν πασπαλισμένο με ζάχαρη που καιγότανε στον  φούρνο...

Η βόλτα στο ΜΙΝΙΟΝ για παπούτσια...

Το τραπέζι με όλους τριγύρω, το ραδιόφωνο και τα τραγούδια...

Ένας φουσκωτός Αγιοβασίλης, πολύτιμο απόκτημα τότε...

Τα Χριστούγεννα είναι...

...ο γιός μου που παίρνει την κουβερτούλα του και ξαπλώνει στον καναπέ για να βλέπει το δέντρο...



Σημείωση: η φωτογραφία του Μίκυ Μάους που ταίριαξε τόσο ωραία με την ανάρτηση είναι από αυτό το εξαιρετικό site με παληά κόμιξ.



Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ ΚΑΙ Ο ΤΑΡΙΦΑΣ

Ο ταξιτζής είναι ένας επαγγελματίας.
Ό,τι κι΄αν σημαίνει αυτό για όλους τους κλάδους των επαγγελματιών.

Έχω έναν πολύ απλό τρόπο να ξεχωρίζω μέσα στο μυαλό μου τους επαγγελματίες σε κάθε κλάδο: θέλω πάντα να γυρνάω σε αυτούς για συνδιαλλαγή, συνεργασία, εξυπηρέτηση. 
Από το μίνι μάρκετ της γειτονιάς μέχρι και τον υπάλληλο της εφορίας, γιατί παντού υπάρχουν επαγγελματίες και το δημόσιο δεν αποτελεί εξαίρεση.

Στο αντιδιαμετρικό σημείο ακριβώς βρίσκεται ο ταρίφας. Ταρίφες υπάρχουν σε όλους τους χώρους. 
Απλούστατα, είναι οι μή επαγγελματίες...

Βάλτε με το μυαλό σας τώρα έναν ταρίφα και το ταξί του. 
Αλλά, κάντε έναν κόπο και όταν λέω ταξί, φανταστείτε ταυτόχρονα πως το όχημα είναι η Ελλαδίτσα μας, ενώ ο ταρίφας είναι όλοι αυτοί που μας έφεραν ως εδώ, μικροί μεγάλοι, θηρευτές και παγιδευόμενοι, λαδωτές και λαδωνόμενοι, ψηφοθήρες και ψηφοφόροι, κοντικοί και μακρινοί μας, παραγωγοί και μεταπράτες, ρουσφετάκηδες και βολεμένοι.

Ο ταρίφας, λοιπόν, κατεβαίνει για δουλειά. 
Το όχημα είναι σαφώς απεριποίητο. Τρακαρισμένο και προχειροφτιαγμένο, οι ταπετσαρίες μπαλωμένες με εμφανή  τα σημάδια μιας προχειροδουλειάς χαμηλού κόστους, ένα αποσμητικό δεντράκι πασχίζει να καλύψει τις οσμές του χώρου από τσιγάρο, σουβλάκια και απλυσιά, ενώ το κερασάκι στην τούρτα είναιο ρυπαρός και δυσανάγνωστος τιμοκατάλογος. 
Το ταξίμετρο στοιχειοθετεί μια απειλή μόνο του.

Βαρύς, αξύριστος, το βλέμμα σκοτεινό, αρπακτικού. 
Η δουλειά πάει εκεί που θέλει αυτός και όχι αυτός σύμφωνα με τις απαιτήσεις τις δουλειάς. 
Ο άρχων των χιλίων εξακοσίων κυβικών του κόσμου του, είναι και άρχοντας του κόσμου όλου. Βάζει μπροστά και χαρίζει δουλειά στα δέντρα της γειτονιάς, δίνοντάς τους άφθονο καυσαέριο για να φωτοσυνθέσουν και να παράγουν οξυγόνο. Δευτέρα και τρίτη προσπερνώνται ως περιττές ταχύτητες και η μεγαλειώδης τετάρτη εμπλέκεται στο σαζμάν αφήνοντας το όχημα να κινείται με τριάντα χιλιόμετρα στις χίλιες πεντακόσιες στροφές, ενώ μικρά χαριτωμένα συννεφάκια άκαυστου καυσαερίου κοσμούν την διαδρομή.

Παίρνει πελάτη. Κι΄άλλον πελάτη. Κι΄άλλον πελάτη. Λιτός, σχεδόν δωρικός, έχει κόψει και τη καλημέρα. Αρκεί ο προορισμός, οι περιττές κουβέντες σκεπάζουν τις φωνές του Καρρά, του Ζαζόπουλου και της Κελεκίδου. Να λείπουν.

Τσιμπάει τους προβολείς όποτε δεί κάποιον πεζό να εξέχει ελαφρώς απ΄ το πεζοδρόμιο, ρωτάει με το κεφάλι, συνεχίζει ή διπλοφορτώνει. Παρακάμπτει, συνδυάζει διαδρομές προς δικό του όφελος, τα χρώματα όλα αμβλύνονται προς ένα αμυδρό πορτοκαλί που τού επιτρέπει να περνάει σχεδόν όλα τα φανάρια. Ξεφορτώνει όπου τον βολεύει.  Οι παραβάσεις των άλλων, όσο κι΄αν μοιάζουν με τις δικές του, απλώς τον φέρνουν πιό κοντά με τους πελάτες του: "κύττα τον μαλάκα, κύττα πού πάει να περάσει...".

Ζει, και συνεχίζει κάθε μέρα και χειρότερος, αφού το χρήμα πέφτει και έχει κι΄ένα ξαδερφάκι στην τροχαία που τού σβήνει τις κλήσεις, μπορεί να κάνει ό,τι θέλει... 
Τσεπώνει διπλά και τριπλά για διαδρομές που δεν έκανε, για βαλίτσες που δεν σήκωσε, για δώρα που δεν δικαιούται.

Νομίζει πως όλα πάνε καλά. Αλλά, μάλλον μέτρησε λάθος...

Μόλις τώρα αντιλήφθηκε πως ο πελάτης του ήταν γερμανός. 
Τώρα καταλαβαίνει πως ο γερμανός, αν κοι τούδινε τα λεφτά του, παρατηρούσε ενδελεχώς τις κινήσεις του και την συμπεριφορά του.  Μάθαινε τους  τρόπους και τα στέκια, τους γνωστούς και φίλους, τις διαδρομές και τις στάσεις. 
Η τελευταία διαδρομή τον έφερε στο Τμήμα και ο πελάτης ζητάει πίσω τα λεφτά του για όλα.

Ο ταρίφας είναι στη γωνιά μόνος του, το φιλαράκι που τούσβηνε τις κλήσεις σφυράει αδιάφορα και όλοι απορούν πώς τόσο καιρό συνέβαινε όλο αυτό. Ο γερμανός δεν λέει για πόσο καιρό τον παρακολουθούσε, πόσο καιρό ήταν αυτός που τούδινε ναύλο, απλώς περιμένει να λάβει.

Ο ταρίφας πλησιάζει το παράθυρο και δείχνει κάτω στον δρόμο τους άλλους ταρίφες, πόσες παραβάσεις κάνουν και ΄κείνοι, πόσοι άλλοι κακοί υπάρχουν. Οι αρμόδιοι σημειώνουν τις περιπτώσεις, αλλά, αυτό δεν ελαφραίνει την θέση του ταρίφα, που ξαφνικά έχει μικρύνει, έχει γίνει τοσοδούλης, παρακαλάει για να σώσει ό,τι νομίζει πως σώνεται. 
Οι αρμόδιοι ψάχνουν την περιουσία του. Το εξοχικό στην Λούτσα, τα αυτοκίνητα της συζύγου και των παιδιών, τις γκαρσονιέρες που νοικιάζει σε ανά δεκάδα αλλοδαπούς, τα μαγαζιά για τα οποία εισέπραξε «μαύρο» αέρα.

Πίσω από κλειστές πόρτες ο ταρίφας διαπραγματεύεται. 
Κανείς δεν μαθαίνει λεπτομέρειες, μόνο ξέρουν ότι χρωστάει και κάπως την σκαπούλαρε.

Σε κανονικές συνθήκες η εμπειρία αυτή θα έπρεπε να συνετίσει τον ταρίφα.

Όλοι ξέρουμε όμως, πως μόλις νοιώσει το μάτι των ξένων να φεύγει από πάνω του, θα κάνει τα ίδια και λίγο χειρότερα για να αντοσταθμίσει το χαμένο έδαφος, να δείξει αυτός στους κουτόφραγκους...

Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Η ΡΥΤΙΔΑ ΣΤΟ ΜΕΣΟ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ....

Και πές εσύ ότι αύριο κόβει δραχμή.

Μόνο για εσωτερική χρήση.

Και πες ότι κρατάει το ευρώ για συναλλαγές (με τους άνωθεν και έξωθεν τοκογλύφους) και ταξίδια εις την αλλοδαπήν.

Και, ειλικρινέστατος, σού λέει, "αύριο που θα πάς στον μπακάλη πάρε μαζί σου τις δραχμές, το ευρώ θα τόχω εγώ για να κάνω τα ίσα μου και τους λογαριασμούς μου και να ξέρω τι χρωστάμε".

Και βγαίνεις εσύ απ΄το σπίτι και πάς στο καφετυροπιττάδικο και λές "Καλημέρα, Μάκη, κάνε μια φραπεδούμπα ν΄ανοίξει το μάτι" και σου λέει ο Μάκης "Ορίστε, Γρηγόρη μου" και επανέρχεσαι εσύ "Πόσο κάνει;" και έρχεται ο νταμπλάς "Εξακόσιες δώδεκα, Γρηγόρη μου..." και εκεί ακριβώς χαλνάνε οι σχέσεις σου με τον Μάκη, που αυτομάτως μετατρέπεται σε "Ρε μ@λ@κ@"!!! Εξακόσιες δώδεκα δραχμές ένα φραπεδάκι (εξέπεσε από φραπεδούμπα) σε πλαστικό και στο χέρι;;;;"
"Μα Γρηγόρη μου, τόσο τονε πλήρωνες και χτές και δε σε έκοφτε, τί σ΄έπιασε σήμερις..." απαντεί έκπληκτος ο Μάκης.

Και κάθεσαι και λογαριάζεις και λες ένα και ογδόντα ευρά επί τριακόσιες τεσσαράκοντα δραχμούλες, μας κάμει, όντως, εξακόσιες δώδεκα δραχμάρες... Πώς δε τόχα πάρει χαμπάρι τόσο καιρό...

"Καλά" λες, και σημειώνεις πως αύριο το πρωί θα πάρεις καφέ στο θερμός απ΄το σπίτι, "Βάλε και μια ζαμπονοτυρόπιττα να στηλωθούμε λιγούλι".
Απλώνει ο Μάκης την πιάστρα, τσιμπάει την παραγγελία από την βετρίνα, την σακκουλιάζει, τής προσάπτει και μία χαρτοπετσέτα και στην αποδίδει:
"Εξακόσιες σαράντα έξι δραχμές, Γρηγόρη μου", σού λέει και διακρίνεις πως κοκκινίζει ελαφρά...

Και ξαναματαλογαριάζεις και βρίσκεις πως ένα κι΄ενενήντα επί τριακόσιες σαράντα δραχμές,  επαληθεύει το απαιτηθέν από του Μάκου ποσόν....

"Φτού, γ@μώ το φελέκι μου, τί κερατιάτικα πληρώνω ο μ@λ@κ@ς τόσον καιρό..." και αποφασίζεις αύριο να πάρεις τοστάκι στο αλουμινόχαρτο απ΄το σπίτι...

Και πάνω πούσαι να αναχωρήσεις απ΄το μαγαζί συλλογιζόμενος "Άμα με ξαναδείς, να με χέσεις...", ακούς τον Μάκη να λέει στην κοπελλάρα απο τα απέναντι γραφεία που περιμένει τον φρέντο της (την είχες πάντα την υποψία πως πρέπει νάχει φάει πολύ ξύλο για να μάθει τον φρέντο...) :
"Επτακόσιες σαρανταοχτώ δεσποινίς Μαριλένα μου..."
Και βλέπεις το μακιγιάζ να αγωνιά να καλύψει την χλωμάδα στην προ ολίγου γλυκειά μουρίτσα τής δεσποινίς Μαριλένας του, που του αποδίδει τα δέοντα και επί δεκαετίαν χρωστούμενα:
"Επτακόσιες σαρανταοχτώ δραχμές ένας καφές με μιά λίγδα γάλα;;; Να τον βάλεις στον π@το σου, παλιολαμόγιο!!!"

Δεν έχεις λόγο, αλλά ούτε και επιχειρήματα να διαφωνήσεις με την δεσποινίς Μαριλένα,  μένεις να θαυμάζεις τον τσαντισμένο της ποπό όπως εξέρχεται απ΄το καφετυροπιτάδικο, λές ένα "γειά" και προχωράς προς το αυτοκίνητο....

Τις επόμενες μέρες ακούς παρόμοιους διαλόγους όπου βρεθείς...
"Είκοσι χιλιάρικα!!! Τί φάγαμε ρε π@π@ρ@, δύο άτομα, που κάνει είκοσι χιλιάρικα !!! Ξέρεις πόσες μέρες δουλεύω εγώ για να βγάλω είκοσι χιλιάρικα!!!"

"Οχτακόσιες σαράντα έξι δραχμές ένα κουτάκι τσίχλες!!!! Ναι ρε, τό ξέρω πως πάντα εδώ στο ταμείο τις είχες και πάντα τις έπαιρνα σαν παρορμητικό ζώον που είμαι γιατί μ΄αρέσει το κουτάκι που είναι σαν μπαλάκι και μ΄αρέσει και η σταγονίτσα η μέντα πούχουνε μέσα, αλλά, οχτακόσιες σαράντα έξι δραχμές!!!"

"Τρία χιλιάρικα και εξήντα δραχμές για ένα ουισκάκι πατημένο στα παγάκια, στα όρθια με άλλους πεντακόσιους που δεν έχουν πού να σταθούν στο κωλομάγαζο!!! Ναι το ξέρω πως ΠΑΝΤΑ τόχες εννιά ευρώ το γ@μοποτό, αλλά ΤΩΡΑ με πειράζει!!!"

"Τριάντα τέσσερεις χιλιάδες δραχμές η πυραμίδα της  PLAYMOBIL με τέσσερεις Αιγύπτιους και τρεις καμήλες!!!!  Άσε, με τόσα λεφτά πάω το παιδί στην Αίγυπτο και παίζει με την κανονική πυραμίδα!!! Αλλά, ξέρεις τί με πειράζει πιό πολύ;;; Το ότι τόσον καιρό μούλεγες πως κάνει εκατό ευρώ ΜΟΝΟΝ!!!"

Και περνάνε οι μέρες και βλέπεις κόσμο σκεφτικό στους δρόμους, να κυττάνε τα ψιλά στην παλάμη τους και να κουνάνε τα κεφάλια τους, να σμίγουν τα φρύδια μπρος στα ράφια του σουπερμερκάτου, να δίνουν χιλιάρικο χαρτζιλίκι στο εγγόνι και να καμαρώνουν και λές, πόσος χρόνος χάθηκε, πόση αξιοπρέπεια εξαργυρώθηκε, πόσο μέτρο και πόση τάξη εκταμιεύτηκε, πόση ζωή σπαταλήθηκε και κατέληξε ύβρις, λεκές, ρυτίδα στο μέσο του μετώπου μας...

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

Η φάτσα μου στο νερό...

                  
Πάνω στο πάτωμα του σπιτιού, στο πατημένο χώμα που ισώθηκε με μύριους κόπους, πού έπαιζα σκάβοντας κρυφά τρυπούλες γιά να γεμίσω το πλαστικό φορτηγάκι μου, να φτιάσω τα παιδικά μου όνειρα, πάνω’κεί ακούμπαγε η μάνα μου, σαραντάρα τότε, τον σιδερένιο κουβά, τον γυαλιστερό, που έκανε έναν ξερό θόρυβο όταν άφηνες το χερούλι του να χτυπήσει στα πλευρά του, τα γεμάτα με νερό από την βρύση στον πλάτανο, στο Αη Γιάννη.

Ολόφρεσκο, θάλεγες, ζωντανό νερό.

Έσκυβα πλάι στον κουβά με λαχτάρα και δέος, ακούμπαγα τα χέρια του δεκάχρονου εαυτού μου στο χείλος κι’ έβλεπα κύκλους να φεύγουν απ’ το μέταλλο προς το κεντρο του νερού σε κάθε μου χτύπημα, οσο απαλο και νάταν.

Μετά, έφτανε η μεγάλη στιγμή΄ έφερνα το πρόσωπό μου παράλληλα με την επιφάνεια γιά να μην μπει το νερό στην μύτη μου και με τσούξει και σπρώχνοντας τα χείλη μου όσο πιό έξω μπορούσα, έδινα το πιό ζουμερό φιλί της ζωής μου στο νερό.

Και ρούφαγα, ρούφαγα, ρούφαγα ώσπου να μην έχω πιά ανάσα και τότε σήκωνα το κεφάλι με μιά εκπνοή ευχαρίστησης και κύτταζα στις πλαινές ριγες του κουβά να δώ πόσο ήπια, πόσο το κατέβασα.

Θυμάμαι δυό κούβάδες, έναν γιά να πίνουμε και έναν γιά το μεταλλικό βρυσάκι που τόχε βάψει με φυστικί λαδομπογιά ο θείος μου ο Λωράν και το είχαμε κρεμασμένο στο πίσω αυλιδάκι και που όσο τελείωνε το νερό, τόσο αδυνάτιζε και η ροή του.

Την βρυση στον πλάτανο στον Αη Γιάννη την σπάσανε οταν έκοψαν ένα κλαδί που εμπόδιζε στο χτίσιμο και ‘κείνο έπεσε πάνω της και την τσάκισε.
Φάνηκαν τότε, οι από μέσα πέτρες , της αχρείαστης πιά βρύσης.

Τρεχάμενο νερό , τρεχάμενες ζωές.

Κανένα νερό δεν είχε πιά εκείνη την γεύση , δεν κουβάλαγε την σαγήνη της τελετουργιας του νερού σαν τόφερνε η μάνα μου , καλή της ώρα , τρείς τέσσερεις φορές την ημέρα.
Πολύτιμο από τον κόπο που κουβάλαγε μέσα του, την αγάπη και την φροντίδα της μάνας , της γιαγιάς, των δικών, απ’ ό,τι χάθηκε γιά πάντα.

  03/9/04 

Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

Ζ΄γαλάδος...


Κάτω από το Ξώμπουργο, μακριά από τα φημολογούμενα ως αγορασμένα από επιχειρηματίες Μοναστήρια, 

...άλλο ένα εγκαταλελειμμένο χωριό.


Πατάει πάνω σε τεράστιες, αρχαίες πέτρες και μόνο η εκκλησία του, 

...ο Άγιος Γεώργιος παραμένει ώς είχε.


Τα υπόλοιπα είναι περιττά, 

...αφήνω τις φωτογραφίες 

...να τα πουν όλα.