Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Άγιος Πέτρος και Χαλακιά


Θυμάμαι τα δύο γαϊδούρια φορτωμένα ν΄ανεβαίνουν την παΐδα πίσω απ΄την Αητοφωλιά, εγώ με τον Λοΐζο καβάλα, η μάνα μου με την συχωρεμένη την Αλεξάνδρα να έρχονται με τα πόδια κρατώντας τη ουρά του γαϊδάρου. 
Οι κυνηγοί –πατεράδες είχαν ήδη προηγηθεί κατά μία μέρα. 
Στο μουλάρι του κυρ-Γιάννη δεν ανέβαινε κανείς, μόνο το φορτώναμε με τα πιό βαριά πράγματα και πήγαινε μοναχό του. Απρόβλεπτα ζώα τα μουλάρια, δεν εμπιστευόταν εύκολα κανείς το παιδί του μέχρι την Χαλακιά να καβαλικέψει στο μουλάρι. 

Διαδικασία που ξεκίναγε νωρίς για να φύγουμε πριν πιάσει ζέστη. 
Μόλις έσφιγγαν και τα τελευταία σχοινιά και ασφαλίζονταν οι στρατούρες στις ράχες των γαϊδάρων, μας σήκωναν ψηλά από τις μασχάλες, μας κάθιζαν στο σαμάρι, ανάμεσα στα δυό κοφίνια και κινάγαμε. 
Κυμάτιζε ο γάιδαρος δεξιά-αριστερά, χτύπαγαν τα πεδιλάκια μας στους ώμους του, κάναμε χάζι εμείς το πώς έστρεφε τις αυτάρες του προς όλες τις κατευθύνσεις.

Μούκανε εντύπωση εκεί, μετά το πίσω λαγκάδι, το σημείο που όλα τα ζωντανά ουρούσαν όταν πέρναγαν από ΄κει. Ήταν κάτι σαν την υπαίθρια τουαλέτα τους. 
Θα πεις, τι γράφεις, τώρα, για το πού έκαναν την ανάγκη τους τα ζώα...
Είναι όμως, ένα από τα σημάδια της διαδρομής όπου τα ζώα με είχαν εντυπωσιάσει με την συνέπειά τους στην συγκεκριμένη διαδικασία.

Τέλος πάντων, κάναμε γύρω στις τρείς με τρεισήμισι ώρες να φτάσουμε στο κατοικιό της Πασάδαινας. Το βλέπαμε στο τέλος της ανηφόρας μετά τα Κακόβουλα, δυό ματάκια και μιά πόρτα, σφαλιστά, να περιμένουν ν΄ανασάνουν.

Μέσα στο μονοπάτι πάνω απ΄το κατοικιό έτρεχε το νερό άφθονο με τις ακονιζιές να σαλεύουν στο πέρασμά του και να το μοσχοβολίζουν. 
Εκεί βγαίναμε και πλενόμασταν το πρωί, από ΄κει πέρναμε το νερό για όλες τις δουλειές και αυτό το νερό πίνουμε σήμερα στα Κελλιά. 
Το στερήθηκαν τα μέρη αυτά, στέγνωσαν οι πηγές και τα πηγάδια, μα τα χωράφια, από καιρό παρατημένα, δεν ανοιώσαν την έλλειψή του.

Στην πίσω μεριά του κατοικιού ήταν ο φούρνος, χτιστός ακουμπιστά στο σπίτι. 
Δάκρυσε η Πασάδαινα φέτος όταν της είπα πόσο όμορφο γίνεται το κατοικιό και πόσο πολύν κόσμο είχε στον Άγιο Πέτρο: «ναι, του πιδάκι ΄μ, μα μ΄γκριμίσαν του φούρνου΄μ...».

Ο Άγιος Πέτρος...

Άνοιγε το κυνήγι και μαζεύονταν όλοι οι κυνηγοί στην λειτουργία, που γινόταν συνήθως σε άβολη ημερομηνία για τους «ξένους», τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτέμβρη.
Θυμάμαι πως βρισκόμουν στο σχολείο, το αθηναΐικο, λίγες μόλις μέρες μετά...
Φέτος, πάρθηκε μια απόφαση να γίνει η λειτουργία νωρίτερα, να μπορέσει να πάει ο κόσμος να δει το ζωντανεμένο ξωκκλήσι, ν΄ακουστούν φωνές, να κεραστεί ρακί, να κάνουν γύρα κεράσματα και λουκουμάδες...
Ο δρόμος βατός, με ηρεμία και χαμηλή ταχύτητα πέρναγε μιά χαρά. Και ο κόσμος πήγε... Φαίνεται, σε κάθε ευκαιρία, πως οι άνθρωποι ζητάνε την επαφή, πως δεν χρειάζονται τραπέζια και πάγκοι, πως φτάνει μια κοινή μνήμη για να μας μαζέψει όλους γύρω της.
Ο Πέτρος με τον Λοΐζο είχαν κανονίσει τα ψησίματα, άλλοι είχαν φέρει ρακί και κρασί, αλμυρά και γλυκά κεράσματα, με αποκορύφωμα τους απίστευτους λουκουμάδες της Κατερίνας.
Τα παιδιά έτρεχαν πάνω και κάτω στα χωράφια, σκαρφάλωναν και πήδαγαν τα σκαλιά, δρασκέλιζαν τ΄αγκάθια, γυρνάγανε γύρω-γύρω στο αλώνι.
Δεν τραγουδήσαμε και δεν χορέψαμε. Ήταν όμως, το ωραιότερο πανηγυράκι των τελευταίων χρόνων και καμμία φωτογραφία δεν μπορεί να το δείξει αυτό...
Αλλάζουμε εκεί έξω.
Μπορεί να είμαστε όλες τις μέρες μαζί, να μην έχει μείνει τίποτε που να μην έχει μιληθεί, αλλά, εκεί έξω κάτι φεύγει από μέσα μας και την ίδια στιγμή κάτι άλλο τρέχει να μπει στην θέση του, κάτι που έρχεται από τις μέρες των νεότερών μας χρόνων και κατέχει τον τρόπο να μας μαλακώνει...
Η συνέχεια, για λίγους τυχερούς, ήταν στης Κόρης τον Πύργο, στο κατοικιό του Λωράν και της Έλλης. Φύγαμε περασμένα βαθειά μεσάνυχτα μέσα στο σκοτάδι και την ησυχία της ομορφότερης διαδρομής του νησιού.
Τέτοιες βραδιές ούτε ξαναγίνονται, ούτε προγραμματίζονται...
Παρεμπιπτόντως, η Χαλακιά, έχει πέσει και αυτή εδώ και καιρό στον λάκκο της ρύθμισης για την βιομηχανική ζώνη της Τήνου. Άμα τύχει και δείτε κατά΄δω κανέναν από τους βουλευτάδες που το νομοθέτησαν και τους ντόπιους αρχόντους που σιγοντάρισαν, κάντε σας την χάρη και μην προσβάλλετε τον εαυτό σας...

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Η Κοιλιά και το Κάλλος


Πόσα είναι τα χωριά μέσα στην Τήνο που άλλαξαν το ονομά τους...;
Μια είναι η Μουσουλού, που έγινε Μυρσίνη και δεύτερα είναι τα Κελλιά, που έγιναν Καλλονή.

Η δικαιολογία για την αλλαγή του ονόματος των Κελλίων που προβάλλεται σήμερα, (γιατί οι μνήμες έχουν αλλοιωθεί ηθελημένα και μη) είναι, η εκφορά του ονόματος του χωριού με την χαρακτηριστική ντοπιολαλιά των Κάτω Μερών, που το έκανε να ακούγεται «Κιλλιά» αντί για Κελλιά.

Κακόηχο, λοιπόν, το όνομα, ενώ παράλληλα παραπέμπει σε ανατομική περιοχή, που μάλλον δεν κολάκευε την άποψη των τότε διοικούντων περί του χωριού...

Πιθανότατα, οι κοινοτάρχες του Μουντάδου και πολύ περισσότερο του Κάτω Κλείσματος, δεν ενδιαφέρονταν αρκετά για την πρόοδο και προβολή των κακόηχων χωριών τους και δεν προέβησαν σε ρηξικέλευθες αλλαγές ανάλογου ύφους και ήθους... 

Και τί να πει κανείς για την Βωλάξ, όπου οι λιγοστοί κάτοικοι καταδέχονται, ακόμη και σήμερα, να μένουν σε ένα χωριό με παρεφθαρμένο όνομα: Βώλακας ή Βώλακες =Βώλακ΄ς = Βωλάξ...

Ο Κτικάδος από την άλλη μεριά, παραμένει αξιοπρεπώς κοντά στο Κτίσιμο και μακριά από το Χτικιό.

Δεν θα μπορούσα όμως και να φανταστώ την Στενή να γειτονεύει με τα Πλατειά...

Οϋτε και χωριό,προφανώς σχιζοφρενές, να παρουσιάζει τον εαυτό του σαν Δύο Χωριά...

Και τί σου λέει ο Κάμπος στην κορφή του βουνού...;

Το Ισμαήλ πάλι, ίσως είναι το μόνο που δικαιούται την ντροπή τού μη ελληνικού ονόματος λόγω έλλειψης κατοίκων...

Ρίχνω, τέλος, μια επιδοκιμαστική ματιά προς τις τοποθεσίες με ονόματα αγιών. Έλυσαν το πρόβλημα της ονοματοδοσίας ακολουθώντας την τακτική του Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου: Άγιος Ελευθέριος, Άγιος Δημήτριος, Άγιος Αντώνιος, Αγία Παρασκευή, Άγιος Νικόλαος κ.ο.κ.

Παρεμπιπτόντως, κανένα, μα κανένα, από τα παλαιά χωριά του νησιού δεν ονοματίστηκε προς τιμήν κάποιου αγίου ή αγίας. Προφανώς, η έλλειψη φαντασίας στον σύγχρονο Τήνιο δεν κληρονομήθηκε, αλλά, είναι προϊόν επιχιασμού μεταξύ Τηνιακής και Αθηναϊκής κουλτούρας ή μάλλον του ελλείματός της.

Τα Κελλιά, λοιπόν, δεν επεθύμησαν να διατηρήσουν το ιστορικό βάθος του χωριού με το παρελθόν του και τράβηξαν μια γραμμή, που χωρίζει τους παλιούς από τους νέους. Οι παππουδογιαγιάδες μας παραμένουν Κελλιανοί ενώ εμείς είμαστε Καλλονιώτες. Εκείνοι πατημένο χώμα στην κουζίνα, εμείς ιταλικό πλακάκι.
Πιθανολογώ ότι, εδώ ακριβώς, σ΄αυτό το κράμα απόσχισης από το παρελθόν και αναζήτησης ταυτότητας, εντοπίζεται και η ιδιαιτερότητα του χωριού μέσα σε όλην την Τήνο: πλην ελαχιστοτάτων περιπτώσεων, το χωριό δεν οργανώνει ΚΑΜΜΙΑ πολιτιστική εκδήλωση. Δεν έχει ΚΑΜΜΙΑ ταυτότητα ή κάποιον συγκεκριμένο χαρακτήρα. Δεν κάνει ΤΙΠΟΤΕ για να έρθει κόσμος («ξένοι») στο χωριό. Παραμένει με μανία προσηλωμένο στους ετήσιους χορούς, έναν χειμερινό κι΄έναν καλοκαιρινό και στην ημερήσια εκδρομή (το πανηγύρι των Αγίων Αναργύρων αποτελεί  ήδη ένδοξο κομμάτι του παρελθόντος), θεωρώντας πως όλος ο πολιτισμός που αντέχουν οι Καλλονιώτες, εξαντλείται σε αυτές τις δραστηριότητες.

Μάλιστα...

Και ανακύπτει το ερώτημα: με τους Κελλιανούς τί γίνεται...;

Λες αυτοί, να θέλουν να δουν θέατρο, εκθέσεις ζωγραφικής, γλυπτικής, πηλοπλαστικής και φωτογραφίας, μουσικές εκδηλώσεις, παραστάσεις για παιδιά, παραδοσιακούς χορούς, πιθανόν βραδιές ποίησης και ό,τι άλλο θα άλλαζε την οπτική των κατοίκων προς τον χώρο, προς τους άλλους και προς τον εαυτό τους...;

Λες να υπάρχουν κάποιοι, που να μην τους αρέσει το να είναι το χωριό τους το απόλυτο τίποτα του πολιτιστικού χάρτη της Τήνου...;

Λες...;

Για να τελειώνουμε: η Καλλονή έχει μια ευκαιρία, που είναι και η μοναδική και η τελευταία της. 

Καλώς ή κακώς, το χωριό δεν είχε πλατεία. Αποφασίστηκε, λοιπόν, να φτιαχτεί μια πλατεία για να καλύψει το κενό αυτό. Οι περισσότεροι δυσαρεστήθηκαν για την όψη της νέας πλατείας-θεατράκι. Ναι, η νέα πλατεία είναι ένα θεατράκι με χωρητικότητα περίπου εκατόν πενήντα ατόμων, με εύκολη πρόσβαση από παντού και πολλές δυνατότητες.
Δεν θα κρίνω εδώ το σε ποιούς αρέσει και σε ποιούς όχι, θα πώ όμως πως εάν κάποιος ενδιαφέρεται επί της ουσίας και όχι μόνο για αντιπολιτευτικούς σκοπούς, φροντίζει να ελέγξει το έργο που ξεκινάει στον χώρο/χωριό του ΠΡΙΝ ολοκληρωθεί και διαπιστώσει πως δεν συμφωνεί. 
Οι εκ των υστέρων αρνητικές κριτικές απλώς, αποκαλύπτουν το μέγεθος της αδιαφορίας των κατοίκων για το μέλλον του χωριού και επιπλέον, το τεράστιο έλλειμα επικοινωνίας μεταξύ τους.

Καλείται, λοιπόν, το χωριό να αλλάξει εαυτό. 
Να γίνει εξωστρεφές, δεκτικό, ανοιχτόμυαλο, καλείται να επικοινωνήσει με τους μέσα και τους έξω, να ξυπνήσει από τον λήθαργο της απραξίας και να βρεί τρόπους να δώσει και να πάρει, να ανταλλάξει αυτό που έχει ή μπορεί να οικοδομήσει, με αυτό που μπορούν να τού προσφέρουν.

Το θεατράκι είναι, είτε μια εν δυνάμει δίοδος προς τα πάνω, είτε μια παρακαταθήκη για το μοναδικό πάρκινγκ με κερκίδες στο νησί...

Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

ΥΝΤΑΓΟΣ.....

Διευκρίνηση: το παρακάτω post δεν ενδιαφέρει κανέναν, εκτός από αυτούς που έχουν ζήσει στο νησί και το νιώθουν. Για τους υπολοίπους, μπορεί να είναι βαρετό ή κουραστικό.

Ένα τελευταίο κομμάτι ιστορίας του νησιού που, τουλάχιστον απ΄τα Κελλιά (Καλλονή) χάνεται, αφορά τους υνταγούς (παραφθορά της λέξης υδραγωγός) που θα διατρέχουν, έστω και για λίγες εβδομάδες ακόμα, το χωριό.

Εξηγώ για τους μη γνωρίζοντες: το νερό της υπερκείμενης πηγής απ΄όπου το χωριό κάλυπτε τις ανάγκες του, δεν ανήκε σε κανέναν, ήταν κοινόχρηστο ακριβώς όπως ο ήλιος και ο αέρας.
Μοιραζόταν, λοιπόν, για το πότισμα των περιβολιών και των κήπων με έναν απλούστατο και αποτελεσματικό τρόπο, που προϋπέθετε όμως, κοινωνική συνείδηση και κοινωνική συνοχή, οι οποίες στο ποσοστό που υπήρχαν, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων, ήταν επαρκείς για να συντηρούνται οι βασικές δομές του χωριού.

Ένας ανοικτός υδραγωγός (υνταγός) έφερνε το νερό από την πηγή έως μέσα στο χωριό και το διέτρεχε όλο, από το πρώτο σπίτι έως το τελευταίο. Παράλληλα, τα αρδευτικά αυλάκια του κάθε περιβολιού ή κήπου του χωριού κατέληγαν σε ένα κεντρικό αυλάκι, που είχε πρόσβαση προς τον υδραγωγό. Με μια απλή και εύκολη εκτροπή της ροής του νερού στο σημείο συνάντησής του με τον υδραγωγό, το νερό «γύριζε» μέσα και πότιζε το περιβόλι ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, γέμιζε την δεξαμενή για μετέπειτα χρήση. Για την εκτροπή του νερού τα συνηθέστερα μέσα ήταν πλατειές πέτρες, κουρέλια, σπάρτα δεμένα μεταξύ τους και ό,τι άλλο μπορούσε να λειτουργήσει σαν φράγμα.


Πότε όμως «είχε» ο καθένας το νερό ή πώς ήξερε πότε μπορούσε να το «γυρίσει» στο χωράφι του και να ποτίσει;

Απλούστατα, έβγαινε ένα πρόγραμμα που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα. Ο πρώτος είχε το νερό από τις τρείς έως τις τέσσερεις, ο επόμενος από τις τέσσερεις έως τις πέντε, ο τρίτος από τις πέντε έως τις έξι κ.ο.κ. Μιλητά, το πρόγραμμα μπορούσε να τροποποιηθεί μεταξύ δύο ή περισσοτέρων.

Για τους καλοκαιρινούς επήλυδες, όπως εγώ, η εντυπωσιακή επαφή με το γεγονός ήταν γύρω στις πρώτες πρωινές ώρες, όταν γυρνάγαμε από κάποιο ξενύχτι και πέφταμε πάνω σε κάποιον που τράβαγε να ποτίσει με την τσάπα στον ώμο ή τον ακούγαμε, σαν το φάντασμα, να ποτίζει μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα το περιβόλι του.

Σε ορισμένα σημεία μάλιστα, το νερό έφτιαχνε μικρούς καταρράκτες, με χαρακτηριστικότερο το σημείο λίγα μέτρα από το Ξυνάρι, ακριβώς εμπρός από το σπίτι της συχωρεμένης της Μαρούλας. 

Αλλού πάλι, στριφογύριζε με δύναμη και στραφτάλιζε στον ήλιο ζωντανό, ολόμορφο, λαχταριστό.

Βέβαια, οι κάτοικοι αραίωσαν σημαντικά, αυτοί που απέμειναν άλλαξαν δραστηριότητες που ίσως, δεν τους αφήνουν τον απαιτούμενο χρόνο για να ασχοληθούν με περιβόλια, το νερό της πηγής έπαψε να είναι το μοναδικό του χωριού, θεωρήθηκε δεδομένο (όπως και όλο το νερό του νησιού γενικώς, από τότε που εμφανίστηκε το εμφιαλωμένο) και όσο έμεινε να τρέχει μέσα στο χωριό, κατάντησε φορέας κάθε είδους σκουπιδιού που σιγά-σιγά ως είδος μετοίκησε από την πόλη και στο χωριό. 
 
Αποτσίγαρα, πλαστικά ποτηράκια, χαρτάκια περιτυλίγματος, καλαμάκια, πακέτα τσιγάρων, καραμέλες, βίδες, καρφιά, και όποιο σκουπίδι μπορεί να χωρέσει μέσα στο πλάτος των 15-20 εκατοστών του υνταγού, διέσχιζε το χωριό μέχρι κάποιο δύσκολο σημείο όπου ο υνταγός στένευε ή έστριβε απότομα και εκεί σκάλωνε, σφήνωνε και μετά από λίγο βοήθαγε κι΄άλλα σκουπιδάκια να μαζευτούν κοντά του, με αποτέλεσμα σιγά-σιγά, ο υνταγός να μπουκώσει και να υπερχειλίσει σε όποιο σημείο ήταν δυνατόν.

Φαίνεται, λοιπόν ότι, οι μεταξύ μας σχέσεις, που δεν μας αφήνει το τεράστιο μας ΕΓΩ να διαχειριστούμε όπως οφείλουμε, αντανακλώνται και στον κοινό μας χώρο και γυρίζουν πίσω σε μας με δυσάρεστο τρόπο. 
 
Το πώς αντιμετωπίζουμε τα μεγάλα μας σκουπίδια δεν διαφέρει ουσιαστικά καθόλου από το πώς αντιμετωπίζουμε και τα μικρά: τα στέλνουμε κάπου που δεν θα φαίνονται. Παρακάτω, παραπέρα, παραπάνω, παραδίπλα.

Αρκεί τα σπίτια μας να είναι καθαρά και να έχουν σαρανταδυάρα τηλεόραση, ιταλικά πλακάκια και αλουμινένια κουφώματα. Αρκεί όλα τα τριγύρω μας να κραυγάζουν, πως δεν ζούμε σε διαφορετικά σπίτια από ΄κείνα της πρωτεύουσας.

Ποιόν μπορεί να νοιάζει ότι, ο παμπάλαιος υνταγός των Κελλίων (Καλλονής) σκεπάζεται; Μάλλον κανέναν...

Ποιός μπορεί να συνειδητοποιεί την ντροπή που αντικατοπτρίζει αυτό το μπάλωμα; Σίγουρα κανένας...

Συμπτωματικά, τις τελευταίες μέρες πριν το τέλος των διακοπών, μια ομάδα ξένων τουριστών είχαν αράξει στην ημιτελή πλατεία του χωριού και κύτταζαν τους μάστορες που δούλευαν στην πλακόστρωση και δίπλα, στο σκέπασμα του υνταγού. Στην αρχή νόμιζαν πως οι μάστορες απλώς άλλαζαν τους σωλήνες του χωριού, αλλά, μετά από λίγη κουβέντα και μερικές εξηγήσεις, έφυγαν προς το πάνω χωριό για να δούν και να φωτογραφίσουν τα κομμάτια του υδραγωγού που απέμειναν ακάλυπτα, τουλάχιστον μέχρι εκείνη την στιγμή.

Το μόνο καλό της όλης υπόθεσης είναι ότι, ο Γιάννης και ο Νίκος, οι μάστορες που ασχολούνται με το έργο, κάνουν εκπληκτικής ποιότητας δουλειά. Οι ίδιοι ίσως δεν το ξέρουν, γιατί είναι στην φύση τους πλέον το να δουλεύουν με τέτοιον τρόπο...


Αυτά.

Στο επόμενο θα μιλήσουμε για την τελευταία ευκαιρία του χωριού και πώς αυτή, μπορεί να αφεθεί να χαθεί.

 ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 1/9/2015: Πολλές φορές στα σπίτια των οικισμών βρίσκουμε τον «γκτούντο» ή «υνταγό» ή «κουντούντους». Η λέξη «γκτούντος» προέρχεται από παράφραση της λατινικής λέξης «aquaeductus», που σημαίνει οδηγός νερού.
 ΠΗΓΗ:  http://kellianos.blogspot.gr/2015/08/blog-post_99.html





Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

Τα εξωκκλήσια χωρίς δόγμα...

Κάπου εδώ έξω, σ΄ένα εξωκκλήσι που στέκεται μόνο του στην μέση ενός χωραφιού, κάπου εδώ μπορεί να είναι κρυμμένος ο θεός του καθενός ξεχωριστά...


Μακριά απ΄ τον θόρυβο των θρησκειών και τους βάλτους των δογμάτων, με ανεπιτήδευτη απλότητα και αμίμητη αξιοπρέπεια προς τον χώρο, με καρδιά καμωμένη από τις ατέλειες της κατασκευής τους...



Από εδώ κοντά, το γαλανό τού απέραντου θεού, αποκτά γεωμετρική υπόσταση και σαφήνεια...


Και ο κόσμος σωπαίνει όταν κυττάς από την μέσα άφωτη ηρεμία προς τα έξω, όσο όμορφο κι΄αν είναι το έξω από μόνο του...
Κυττάς και το δέος είναι σαν του αγέννητου μωρού, που προλαβαίνει να ρίξει μια γρήγορη ματιά στον κόσμο πριν πηδήξει μέσα του...


Ψηλότερα, πάνω απ΄τα Κελλιά, τα πράγματα φαίνονται αλλιώς...


Η εκκλησία ακουμπάει απαλά στην πλαγιά της Καστέλλας και όταν ο ήλιος γονατίσει προς του Πολέμου τον Κάμπο, αρχινάει να γαληνεύει κι΄αυτή, ντυμένη σε χιλιάδες ίσκιους...

 Μέσα απ΄την καμάρα, ένα κομμάτι ουρανού πιασμένο στον ιστό αφουγκράζεται την απόλυτη άπνοια του φετινού καλοκαιριού...

Τριγύρω, ανασαίνουν μερικά κομμάτια των χρόνων που πέρασαν, ανερμήνευτα, άφωνα, αμήχανα εδώ έξω στο τόσο φως μετά από τόσα χρόνια...


Η εικόνα στο εσωτερικό του ναού είναι ανάγλυφα φτιαγμένη στον τοίχο, χρωματισμένη ξανά και ξανά, να μην πάψει ποτέ να περιγράφει την ουσία του χώρου: να μην πάψει ν΄ακούγεται ανθρώπινη περπατησιά στο κατώφλι του ναού για όσο περισσότερο γίνεται....


Κατάλοιπα των αγροτικών ιερών των αρχαίων Ελλήνων, που περιείχαν το ξόανο κάποιου θεού ή του τοπικού δαίμονα που εξασφάλιζε την σοδειά, τα ξωκκλήσια της Τήνου κάναν αυτό ακριβώς. Ήταν το αποκούμπι και η ανάπαυλα του ξωμάχου ή του περαστικού, μια απότιση τιμής και δέους προς την ίδια την θεοποιημένη φύση...

Για το ιστορία του πράγματος, τα εξωκκλήσια είναι του Αη Νικόλα και της Αγίας Υπακοής (Αγία Τριάδα και Άγιος Αντώνιος) στην περιοχή των Κελλιών Τήνου.

Τέλος,ο τοπικός δαίμων των Κάτω Μερών κατά τους αρχαίους χρόνους ήταν ο Καλλισταγόρας





ΚΟΥΜΑΡΟΣ....

Δεκαπενταύγουστος...

Πλησιάζοντας στο καφενεδάκι του Κουμάρου ακούμε ομιλίες, πειρακτικά σχόλια προς κάποιον, ο οποίος απαντάει προσπαθώντας να θίξει την ηλικία των άλλων...

Μάταια...Τα σχόλια συνεχίζουν και γέλια έρχονται να προστεθούν...
Μια παρέα έξι-εφτά ατόμων κάθεται στα πεζούλια και πειράζει τον μεγαλύτερο σε ηλικία, που έχει βαλθεί με μια σκούπα και μπόλικο νερό από την βρύση να καθαρίσει τον χώρο κάτω απ΄την συκιά...

"¨Ζέστη..."
"Καλά είναι...δε πειράζει..."

"Χρόνια Πολλά και του χρόνου.."
"Επίσης.....Κατσείτε για καφέ. Εμείς εδώ έχουμε φτιάξει καφενείο που τα φτιάχνετε μονάχοι σας..... "

Συνεχίζει το καθάρισμα του δρόμου...Τώρα σκύβει με ευλυγισία παιδιού και μαζεύει ένα-ένα τα σ΄κιόφυλλα από κάτω, μέχρι που το μάτι του δεν μπορεί να πιάσει άλλο...., αυτός, ο εικοσάχρονος ογδοντάρης...

"Η Αθήνα...; Τριανταοχτώ χρόνια έφαγα στην Αθήνα....Μα εδώ έν΄ πιό καλά, περνάει η ώρα καλύτερα..."

Ο εαυτός μου, ξέρεις, εκείνος που όλα τα βλέπει και όλα τα σχολιάζει, έστω και υπόκωφα, ντρέπεται για όλες τις φορές που έχει αφήσει ένα σκουπιδάκι κάτω  ή τόχει παραμερίσει με το πόδι για να μην φαίνεται και του θυμίζει την υποχρέωση και την αδιαφορία...Ντρέπεται για όλες τις φορές που είπε "βαριέμαι" και αστραπιαία με σηκώνει να πάω στο κουζινάκι να φτιάξω έναν ελληνικό, να φύγω γρήγορα απ΄ εδώ που παίζεται το έργο...

Ο γιός μου γοητευμένος από την ελευθερία κινήσεων στον χώρο (χρυσή χορηγία της εμπιστοσύνης στον συνάνθρωπο) περιφέρεται, διαλέγει παγωτό, ρίχνει το αντίτιμο στο ξύλινο συρτάρι που γράφει "Ταμείο", ζητάει κι΄άλλο και σε λίγο κι΄άλλο παγωτό για να επαναλάβει την διαδικασία.

Ένα γκρουπ Γάλλων περιπατητών εμφανίζεται από την μία άκρη και χάνεται στην άλλη, τα σύννεφα τρέχουν μόλις πάνω απ΄το τελευταίο σπίτι με φόντο το βουνό, ένας ηλικιωμένος με δύο μπαστούνια να ψηλαφούν τον δρόμο μπροστά του καλημερίζει και περνάει....Πρίν βγει απ΄την καμάρα προλαβαίνω να τραβήξω μια φωτογραφία, τυχαία η κάμερα πιάνει ένα πιτσιρίκι να κάθεται στα περπατιά ενός σφαλιστού σπιτιού...

Μέσα από το άψυχο ίντερνετ, ακόμη κι΄αν δεν φτάσει ποτέ ως αυτούς, μια πλατειά καλημέρα σε όλους όσους συναντήσαμε εκείνη την ημέρα και ειδικά, στον κυριούλη, που μας έβαλε το γυαλί εμπρός στα μούτρα μας να καθρεφτιστούμε την κακομοιριά μας...