Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΄89

προπαραμονή Χριστουγέννων του '89 / από Θεσσαλονίκη, όπου υπηρετούσα, προς Τήνο με τον ΑΝΕΜΟ, ένα καράβι που έκανε ένα απίστευτο δρομολόγιο μέχρι Ρόδο / παρέα με δεκαπέντε νταλικιέρηδες, επί συνόλου τριάντα επτά επιβατών / βλέπουμε ταινίες μέχρι τις μία το βράδυ / τους BLUES BROTHERS τους βλέπω μόνος μου / πέφτω στην παχειά, καινούργια, πεντακάθαρη μοκέτα του σαλονιού και κοιμάμαι μέχρι τις δέκα / παίρνω καφέ ζεστό σε μονό πλαστικό και βγαίνω στο κατάστρωμα / ψιλοβρέχει μ΄εκείνη την ανεπαίσθητη βροχή που δεν θες να φύγεις από μέσα της / γκρίζος ουρανός, χωρίς ορατότητα, αρυτίδωτη θάλασσα / λυπάμαι που δεν έχω κάποιον να το δούμε παρέα / φτάνουμε στο νησί γύρω στις τρείς / ταξί μέχρι το χωριό / μπαίνω στην ζεστή από την σόμπα κάμαρα, δεν ξέρουν τί ώρα φτάνω, πετάγονται πάνω, με ζεσταίνουν με τις αγκαλιές τους / σούπα κριθαράκι και σύγλινο / πέφτω και δεν με παίρνει ο ύπνος / στην εκκλησία και μετά στου Μωυσή για σουβλάκια, κάτω από Τσιτσάνη και Μητροπάνο / προς το σπίτι κάνει κρύο, να σε σπρώχνει να θες να γυρίσεις / το πρωί καφές ελληνικός με σπιτικά μπισκότα από την Μαρία την Γιαγκουλάκαινα / βόλτα στους Μύλους, τα χορτάρια νοτισμένα από την υγρασία / περνάνε οι μέρες με τραγούδια και σπεροκαθίσματα / στο πλατύ περβάζι του παραθύρου αναβοσβήνει με ΄κείνα τα παληά φωτάκια το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, το παληό, το φερμένο απ΄την Αθήνα /

έρχεται η μέρα να φύγω / με κατεβάζει στην Χώρα ο πατέρας μου / έχει απαγορευτικό μέχρι τις δώδεκα, μπαίνω στο καφενείο του Νατάλε, πριν τους Ταξιάρχες / ελληνικός διπλός στο γκαζάκι / μαρμάρινο τραπέζι, τα καθίσματα αντικριστά η μια σειρά προς την άλλη / ανοίγω δύο λευκές σελίδες και γράφω προς τον εαυτό μου / η πόρτα του καφενείου μισάνοιχτη / μπαίνουν δύο περιστέρια / όλοι ήρεμοι σαν να μην συνέβη τίποτε / "έλα, καλώς τα μου" , σκύβει τους βάζει σιταράκι κάτω από ένα τραπέζι / τρώνε, τσιμπολογάνε, γυρνάνε και φεύγουν / ποτέ δεν το ξανάζησα / δεν θυμάμαι το ταξίδι για Πειραιά / δεν θυμάμαι την επιστροφή στην Θεσσαλονίκη...

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

Ηθοποιός...

Βλέπω τα αμυγδαλωτά κουκιδάκια-καραβάκια στον χάρτη γύρω-τριγύρω στο νησί.
Μπαίνω στο site με τα πλοία, κάνω ένα ζούμ στον χάρτη και νομίζω πως έρχομαι πιό κοντά, πως με παίρνει λίγο-λιγουλάκι ο αέρας του νησιού.


Κοροϊδεύομαι και λέω πως θάθελα νάμαι εκεί τα Χριστούγεννα...

Η μισή αλήθεια είναι πως η πόλη είναι μια βαθεια, άπατη χαβούζα, με πολύ ψηλό τοιχείο που δεν φτάνουν τα χέρια μου να γραπωθούν και να με τραβήξουν έξω.
Η ολόκληρη αλήθεια είναι πως η συνήθεια είναι θάνατος εν ζωή...

Μετά, στην εύκολη εποχή, τη Λαμπρή, έρχομαι στο νησί, σαν ασυνεπής συγγενής, και προσποιούμαι πως συμμετέχω. Πάω και μια βόλτα μέχρει τη θάλασσα και οικτίρω εκείνους που δεν την απολαμβάνουν τον χειμώνα, ή έστω με τα κρύα...


Ηθοποιός προς τον μοναδικό θεατή, τον εαυτό μου τον ίδιο...



Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ

Πέρασε ο Κορνήλιος Καστοριάδης από την Τήνο.

Μετά έφυγε απ΄το φώς κι΄έφυγε κι΄απ΄το νησί…

Έμεινε η σκέψη του πίσω, ή μάλλον, ο τρόπος σκέψης του.

Πόσα βιβλία του θάπρεπε νάχει διαβάσει κανείς για να είναι σε θέση να εκφέρει γνώμη; Είναι το ζητούμενο η εκφορά άποψης ή κάτι άλλο, πρακτικότερο...;

Δεν είναι, νομίζω, αναγκαίο να έχεις διαβάσει όλα τα βιβλία ενός στοχαστή για να μπορείς να μορφώσεις γνώμη.
Αντιθέτως, είναι απαραίτητο να μπεις έστω και για λίγο στην θέση του και να σταθείς απέναντι στα καθ΄ημέραν, με τον δικό του τρόπο, όπως εσύ αντιλαμβάνεσαι.

Ίσως αυτή η σημαντικότητα να είναι και το ζητούμενο από την ανάγνωση, το να μπορείς έστω και μόνον κατά την διάρκεια του αναγνωστικού χρόνου, να μπαίνεις στην θέση ενός άλλου, διαφορετικής οπτικής ανθρώπου.
Βέβαια, αυτή η άποψη θα έβρισκε διαμετρικά αντίθετους τους επαγγελματίες της ανάλυσης και των ουτοπικών χρονοχώρων, σύμφωνα με τους οποίους, όλοι οφείλουν να εφευρίσκουν τρόπους να μορφώσουν μια θέση-αντίθεση.

Θυμήθηκα τις εκδηλώσεις για τον Καστοριάδη στην χώρα της Τήνου. Ήταν οικείες και προσιτές απ΄όλους ή μόνον, από μια αυτοπροσδιοριζόμενη, εσωστρεφώς αυτάρκη και αυτοτροφοδοτούμενη ελίτ που δεν θεωρεί απαραίτητη την κατανόηση των δραματουργούμενων από τον «απλό λαό»...;
Ή μήπως οι εκδηλώσεις έγιναν ούτως ή άλλως πέρα από την κατανόηση του κοινού με στόχο την ηθική και μόνον ικανοποίηση: «και στο νησί μας είχαμε λόγιους και τους τιμούμε με ακαταλαβίστικους τρόπους»...


Ο Καστοριάδης ήταν πέρα από αυτά και δεν έχει κανείς απαίτηση από έναν στοχαστή να γράψει σε ύφος προσιτό στον καθένα πνίγοντας έτσι την μορφή του λόγου όπως βγαίνει από μέσα του προς όφελος (;) μιας ελάχιστα πιθανής αναμόρφωσης των ηθών και των αντιλήψεών μας.

Το χρέος παρ΄όλ΄αυτά δεν παύει να υπάρχει, να μεταφερθεί αυτή η γνώση σε απλά λόγια στους καθημερινούς ανθρώπους, που δεν έχουν τον χρόνο ή και τα υπόλοιπα γνωσιακά εργαλεία που σχηματοδοτούνται όταν κάποιος έχει περίσσευμα χρόνου και το εκμεταλλεύεται για ίδιο όφελος, με μόνη πιθανότητα να αλλάξει έστω και λίγο, έστω και σπερματικά ο τρόπος σκέψης του. Ποιός μπορεί να το κάνει αυτό όμως...

Δεν έχει καμμιά αξία το να προσπαθεί κανείς να διαβάσει και να κατανοήσει κάτι για το οποίο δεν έχει τα κατάλληλα εργαλεία. Θα είναι σαν να προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει ιδεογράμματα και μάλιστα, χωρίς την ομορφιά των καλλιγραφικών τους απαιτήσεων.

Μετά αναρωτιέμαι, βλέποντας όλον αυτόν τον κόσμο να μπαινοβγαίνει στα βιβλιάδικα: υπάρχει άραγε, κάποια σχέση ανάμεσα στον αυξανόμενο αριθμό υπερ-βιβλιοπωλείων στις μεγάλες πόλεις και στον αριθμό των αναγνωστών...;

Υπάρχει η σχέση εμπιστοσύνης, που υπήρχε παλιά με τον βιβλιοπώλη της γειτονιάς, που ήταν σε θέση να συστήσει ή να αποτρέψει κάποιον από κάποιο ανάγνωσμα σε αντίθεση με τον υπάλληλο του μεγα-βιβλιοπωλείου, ο οποίος φοβάται να πει ευθέως την γνώμη του και να "θάψει" κάποιο βιβλίο...;

Δεν ξέρω, ούτε και νομίζω να μπορεί να μετρηθεί, το πόσο έχουν επηρρεάσει τα διάφορα αναγνώσματα τους εσωτερικούς κόσμους των τριγύρω μας, την καθημερινότητα στον τρόπο π.χ. που μιλάει και νουθετεί το παιδί του, στον τρόπο που αποφασίζει τί θα ψηφίσει κ.λπ.

Πιστεύω όμως, πως ο αληθινός εγωιστής είναι εκείνος που δεν διαβάζει καθόλου, που δεν νιώθει την ανάγκη να μπει στην θέση του άλλου, που πιστεύει πως τα βιβλία είναι για κάποιους άλλους, όχι γι΄αυτόν που τα ξέρει όλα ή που είναι πέρα από την κατανόηση.

Ο καθένας αντιλαμβάνεται και προσδιορίζει τις εσωτερικές του ανάγκες, ακόμη και αν αυτές έχουν σαν αντικείμενο την εξωτερίκευση και την κοινωνικότητα, με διαφορετικό τρόπο. Θεωρεί, ίσως, απαραίτητη την γνώση της ιστορίας για να μπορεί να προσδιοριστεί χωροχρονικά. Θεωρεί, πιθανόν, αναγκαία την στάση απέναντι στην καθημερινότητα σημαντικότερη της ιστορίας. Θεωρεί, ακόμη, ότι η μελέτη των ταπεινότερων ενστίκτων αποτελεί το μέσον για την προσέγγιση της αρχέγονης φύσης που μας δυναστεύει. Σημασία έχει όμως, το να νιώθει κανείς την ανάγκη της έρευνας. Ειδάλλως, ο φόβος του θανάτου γίνεται τρόμος και η αβεβαιότητα για το αύριο παραμορφώνεται σε εξοντωτικές για την ψυχή θεωρίες και πράξεις

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Σαγματοποιός...

"Ν΄ανέβει το παιδί σε γαϊδούρι ; Τρελλός θάσαι !!! "
Κι΄έτσι το παιδί δεν ανέβηκε σε γάιδαρο γιατί η γυναίκα μου, σαν γνήσιο παιδί της πόλης, φοβόταν οποιοδήποτε ζώο με πάνω από δύο πόδια...

Την επόμενη χρονιά, άλλαξε γνώμη και θέλησε να δεί το παιδί καβάλα σε γάιδαρο.
Ψάξαμε να βρούμε έναν από τους τρεις τελευταίους έχοντες και κατέχοντες γάιδαρο στο χωριό.

Μάταια...

Το αντιπροτελευταίο γαϊδούρι είχε βγει στην σύνταξη λόγω γήρατος, το προτελευταίο γαϊδούρι είχε μετοικήσει στην Χαλακιά, ενώ το τελευταίο είχε βγει και αυτό στην σύνταξη, αλλα, με πρόωρη συνταξιοδότηση λόγω αποστρατείας του αφεντικού του.

Και μαζί με το δίποδο, χάθηκε και η "διοικητική μέριμνα" γι΄αυτό.
Πώς να το καβαλήσεις το ταλαίπωρο χωρίς σαμάρι ;
Και άμα θελήσεις σαμάρι, ποιός θα το φτιάξει ;
Ένας τελευταίος ήταν στην Κώμη και μετά πάει η τέχνη και χάθηκε.
Ποιός άραγε διαφύλαξε την τέχνη, όπως έγινε με την πηλοπλαστική για παράδειγμα...
Ποιός σκέφτηκε να διδαχθεί ή να καταγράψει όλη αυτή την συσσώρευση εμπειρίας για να μην πάει χαμένη...
Θαύμαζα σ΄ένα βιβλίο του Αλέν ντε Μποτόν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τα γεγονότα και τα συμβαίνοντα. Πόση λεπτομέρεια και πόση ενδελέχεια κρύβει η ματιά ενός που απλώς, αποφάσισε να σταματήσει για λίγα παραπάνω λεπτά και να δώσει την προσοχή του σε καθημερινά πράγματα.
Τί φοράει το γαϊδούρι ; σαμάρι .
Και ποιός το φτιάχνει ; Έμας μάστορας στην Κώμη.
Ωραία! Και πώς φτιάχνεται ένα σαμάρι ; .......................

Πάει η γνώση, χάθηκε.
Και μη μου πει κανείς ότι, έχουμε την τέχνη από άλλες περιοχές, γιατί τότε θα έπρεπε να ακυρώσουμε με αυτό το σκεπτικό κάθε τοπική λαογραφία και λαοτεχνία.
Όχι. Το σαμάρι στην Τήνο φτιαχνόταν με άλλον τρόπο που πιά δεν γνωρίζουμε.
Αύριο, θα θαυμάσουμε όμως, σε κάποιο ντοκυμανταίρ το πώς χτυπάγανε το ξύλο στην Αίγυπτο και σφυρηλατούσαν ένα πλοίο που θα ανεβοκατέβαινε τον Νείλο.

Υπάρχει ομοιότητα;
Υπάρχει κοινό εργαλείο;
Από πού έφτασε η τέχνη στην Τήνο ;

Αναπάντητα...

Θα πεις, και σιγά την σημασία που έχει αυτή η γνώση...
Η απάντηση είναι απλή: κάποιος έτρωγε ψωμάκι και τάιζε και την φαμελιά του όλη απ΄αυτήν την τέχνη. Είναι, λοιπόν, ύβρις, με την αρχαία σημασία της λέξης, αυτήν της προσβολής, το να αφήσεις να χαθεί μια μνήμη που ήδη τρέχει σαν ίχνος στα γονίδιά μας.
Κανείς δεν ξέρει και κανείς δεν μπορεί να μελετήσει, την επίδραση που έχει ή που θα έχει, στην εξελικτική μας πορεία η απώλεια αυτών των μνημών και των δεξιοτήτων.
Εξελιχθήκαμε στα έλλογα όντα που είμαστε, μέσα από την ανάγκη.
Συνεχίζουμε να εξελισσόμαστε στο κάτι άγνωστο των μετά πενήντα-εξήντα χρόνων από τώρα με βάση ποιά ανάγκη....;

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

ΚΡΑΥΓΑΛΕΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ....

Όλα τριγύρω φωνάζουν :  γιορτάστε !
Όλα στήνονται να μας κάνουν να πιστέψουμε : είναι οι γιορτές ! οι πολυπόθητες !

Όλοι μας τραβούν από το χέρι : έλα ! έχε χαρά ! είναι απαραίτητο νάχεις χαρά !
Όλα γυαλίζουν και λάμπουν : τυφλώσου για λίγο ! γιορτές !

Όλοι σε σπρώχνουν με το σώμα και τους ώμους : μπες, άσε να παρασυρθείς, ψώνισε, γιορτές ! αυτό είναι το νόημα, μην το ψάχνεις αλλού!
Όλα το επιβάλλουν : νάσαι χαρούμενος ! είναι αναγκαστικό ! είναι υποχρέωσή σου !

Όλα το δείχνουν : άμα σιωπάς, μας θυμίζεις πόσο τα ψευτίσαμε όλα...