Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Έβρεξε και ήρθαν κάτω τα αιώνια στου πολέμου τον κάμπο,
γέμισε ο κόσμος βλήστρες, που δεν θα φτιαχτούν ποτέ...


Σιγά-σιγά το νησί θα κατηφορίσει προς την θάλασσα,
θα κυλίσει το χώμα προς τα ρέματα,
θα γυμνωθούν οι βράχοι,
θα στερέψουν από πράσινο οι πλαγιές
και θα ξενητέψουν τα ζούδια,
που φωλιάζαν στα σκιερά και στα σκεπά...

Θάρθει το νερό να μπει στα σπίτια,
μα δεν θα βρει κανέναν...
Θα παρασύρει τότε, όλες τις μνήμες
και τα ίχνη από επάλληλες γενιές
και θα αφήσει άδειες κάμαρες,
άδεια από αγάπη μάτια,
άδειες από συνέχεια καρδιές...



Κι΄ όταν δεν θάχει μείνει πιά αληθινή ψυχή,
εξόν από τα περιφερόμενα ψέμματα ζωής και τα θύματά τους,
το νησί θα κόψει τις άγκυρες και, σαν άλλη Άδηλος Αστερία,
πριν βγεί να πλέψει στις θάλασσες,
και να χτυπηθεί με τα κύματα
θα γυρίσει να διακρίνει τα ανόητα δάκρυά μας
από την απέναντι ακτή, που θα χάνεται από εμπρός του...

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Στον σταύλο...


Εγώ δούλευα από πριν εκεί μέσα. Μετά ήρθαν οι συνταγματαρχαίοι και τα τσιράκια τους και μας έκαμαν γραφιάδες να κρατάμε τα αρχεία και τους φακέλλους όσων ήσαντε στη μαύρη λίστα.
Απορούσα πόσοι δούλευαν για να παρακολουθούν τους άλλους και στο τέλος ποιός τους έλεγχε όλους αυτούς...; όποιος ήθελε έβαζε μια φυτιλιά και έστελνε τον γείτονά του στο διάολο.
Δηλώσεις νομιμοφροσύνης, αναφορές της ασφάλειας, μέχρι και του Μίκη ένας φάκελλος αναφοράς κίνησης από τις μέρες που πέρασε στη Ζάτουνα εξόριστος, είχε περάσει από τα χέρια μου. Και ονόματα, ονόματα, ονόματα !!! Νόμιζες πως όλη η Ελλάδα ήταν στην παρανομία και όπου νάναι θα έσκαγε το καζάνι να τους πνίξει όλους τους, μα μπά...τίποτε δε γινόταν. Κατάλαβα τότε πως απλώς φυλάγαμε τα έρημα και χτίζαμε και κάμποσο φόβο για να μην κοτάει κανείς να κουνηθεί.
Έγραφα, αντέγραφα, τέλειωνα στίβες με καρμπόν, είχαμε τότε και κείνα τα μαύρα τα μανίκια που τα φοράγαμε εξωτερικά για να μην μας λερώνει το μελάνι τα πουκάμισα και θυμάμαι τάβαζε η κυρα-Ματίνα να τα πλύνει και μαύριζε το νερό από το μελάνι των καρμπόν.

Και τί να κάνεις , τί να πεις, όχι δε θέλω, βάλτε με αλλού; Κάηκες, την άλλη στιγμή θα ήσουνα στο υπόγειο και θα σε λιανίζανε κανονικά εκείνοι που μέχρι χτές ήταν συνάδελφοί σου.
Δε ξέρω πώς σάλεψε το μυαλό τους και θέλησαν τόσοι πολλοί να κολλήσουν από κοντά με τη χούντα και με τα σινάφια της...Ίσως νόμισαν πως θάτανε για πάντα, μα έπειτα, κρατάει τέτοιο βάρος και τέτοιο σκοτάδι από πάνου του ο έλληνας για πολύ καιρό...δε ξέρω, δε θέλω να πιστεύω...
Ο έγγονάς μου, ο Νίκος, όλο βρίζει όταν ακούει να μιλάνε για την χούντα, όλο καταριέται. Εγώ του λέω τί νόημα έχει αυτό που κάνεις..; Μου λέει, δε καταλαβαίνεις το κακό που κάνανε, ειδικά εσύ που τόζησες, δε μισείς ;
Εγώ παλλικάρι μου, του λέω, απ΄το γραφείο μέσα δεν έζησα τίποτε, μόνο έβλεπα και άκουγα, ούτε ήρωας είμαι ούτε σημάδια από ξύλο μ΄ αφήκαν. Μου λέει, φτάνει οπού φοβόσουνα και έτρεμε η ψυχούλα σου και μεγάλωσες μέσα στη σκοτεινιά, δε το νιώθεις αυτό;
Και έτσι νάναι, του λέω, εσύ τί βγάζεις με το να βρίζεις ; Τίποτα! Βρίζεις γιατί βρεθήκαν κι΄αυτοί και σούδειξαν πόσο ικανοί είμαστε για όλα, πώς μέσα μας δεν έχει βάλει ο θεός μόνο καλό ή μόνο κακό, μα και απ΄τα δυό ανάκατα... Βρίζεις χωρίς να σκεφτείς πως όλοι μας μπορούμε να γίνουμε τέτοιοι και φοβάσαι στα κατάβαθά σου πως μπορεί να ξανασυμβεί και τότε ποιανού το μέρος θα πάρεις..Αυτό φοβάσαι και αυτό βρίζεις: τον δειλό σου εαυτό, που αναρωτιέται πως αν βρεθεί στη μέση της αναμπουμπούλας τί θα κάμει...; θα τρέξει να παλέψει ακόμα και χωρίς ελπίδα...;
Σωπαίνει...θυμώνει και λίγο και δε μου μιλάει, μα δε πειράζει, το ίδιο τον νοιάζομαι και έτσι και αλλιώς.
Χαίρομαι να τονε βλέπω και φοβούμαι μη και τύχει και ξανάρθουν τέτοιοι χρόνοι. Και, θες η περπατησιά του, θες οι τρόποι του, μου θυμίζει ένα παλλικάρι που φέραν ένα απόγευμα στα γραφεία. Λυγερόκορμος, λεβέντης, να τονε ζηλεύουν όλες οι κοπελιές της γειτονιάς του και να τονε καμαρώνει η μάνα του. Μέσα σε μια βδομάδα τον είχανε κάνει αγνώριστο, λες και τον είχανε λυώσει με τα χέρια τους τα ίδια, σα να μισούσανε τα νιάτα του, σα να μη θέλανε να υπάρχει αυτός ο παλλίκαρος και τους ξεφτιλίζει την κακομοιριά τους...
Μετά τον στείλανε στου Αβέρωφ κι΄από κει στη Γυάρο. Σε μια λίστα με εφτάμιση χιλιάδες κρατούμενους κρατούμενους βρήκα τ΄όνομά του, μα ποτέ δεν έμαθα αν έζησε ή αν έσβησε εκεί.
Θα πεις, δεν ήταν ο μόνος και γιατί σου μιλάω γι΄αυτόν συγκεκριμένα... Θα σου πω...
Όταν τον ακολουθήσανε για να τονε πιάσουν, γύρναγε απ΄τη δουλειά, δούλευε στο εργοστάσιο του Σαρίδη, στα έπιπλα, εφτά το πρωί μ΄εφτά το βράδυ για εικοσιπέντε δραχμές το μήνα. Και για να του κλείσει το δρόμο το ασφαλίτικο έπεσε πάνω σ΄αυτόν και στο ποδήλατο που καβάλαγε. Μας έλεγε ο Μηνάς ο ασφαλίτης και γέλαγε σαν το ζώο, πως άμα έπεσε κάτω και τονε πιάσανε, εκείνος είχε το νού του στο ποδήλατο που τούχανε στραβώσει οι ρόδες κι΄είχε στραπατσαριστεί, κι΄έκλαιγε για το ποδήλατο κι΄όχι γι΄αυτά που τον περίμεναν...Μην ανησυχείς, τούπε κι΄ο Μηνάς και καμάρωνε για το χιούμορ του, σε λίγες μέρες θα είσαι και εσύ έτσι και χειρότερα, και δώς΄του γέλια αυτός και οι υπόλοιποι υποταγμένοι στο γραφείο κι΄όχι μόνον αυτοί, μα και ο καφετζής που ήταν μπροστά και όλοι οι υπόλοιποι που δεν τολμάγαμε να μην γελάσουμε με τ΄αστείο του Μηνά του σκατόψυχου...
Λοιπόν, ήταν τέτοια η λύσσα τους, που φέραν και το ποδήλατο στα κεντρικά και το διάλυσαν για να βρουν τις προκυρήξεις και τις μπροσούρες...Τόγδυσαν τελείως και σα να μην έφτανε αυτό, ξηλώσαν το κουδούνι και το πήραν για να το κουδουνάνε στα μούτρα του πιτσιρικά όση ώρα μαρτύραγε και να του κάνουν την ψυχή κομμάτια.
Το ποδήλατο το αφήκαν πεταμένο στο δέντρο έξω απ΄το υπουργείο.
Από ΄κει το μάζεψα και το πήγα σπίτι, τόβαλα σε μια γωνιά στην αυλή και είπα κανείς να μην το πειράξει.
Μετά, όταν λευτερωθήκαμε και γίνηκε η πρώτη γιορτή στο Πολυτεχνείο, το πήρα και τόσυρα μέχρις εκεί. Εκέι ήταν η θέση του. Ήταν κι΄αυτό σα μια πύλη, μα ενός μόνο ανθρώπου.
Το πήρα και τ΄ακούμπησα πάνω στο κειμήλιο της μεγάλης καγκελόπορτας.
Και τα δύο τ΄άψυχα πατήθηκαν όχι από ρόδες ή ερπύστριες, μα από το φθόνο του ανθρώπου για τον άνθρωπο.
Στάθηκα και τα κύτταξα τόνα ακουμπισμένο πάνω στ΄άλλο. Προσπαθούσα να κλάψω μα δεν έβγαινε ούτε στάλα.
Σού ΄πα και πριν πως φοβάμαι μη και ξαναζήσει ο τόπος και μαζί ο έγγονάς μου τέτοιο κακό. Μετά σας βλέπω έτσι σταυλισμένους στις καφετέριες και στα κομπιούτερ και λέω, δεν έχουν λόγο να ζητήσουν επανάσταση παρά μόνον αν τους το ζητήσει κάποιο κόμμα. Ειδάλλως, γύρω-τριγύρω απ΄τα χνώτα τους όλα είναι καλά και ήσυχα. Δε ξέρω... μπορεί και να μην είναι για καλό...